Συνέντευξη – συζήτηση με τον Βασίλη Τομανά

Ο Νικόλας και ο Γιώργος, από τη Ραδιοφωνική Ομάδα στο Μικρόπολις, στην εκπομπή Βορειοδυτικό Πέρασμα, συναντούν και συζητούν με τον μεταφραστή, επιμελητή και εκδότη των εκδόσεων Νησίδες, Βασίλη Τομανά.

Κοινωνία του Θεάματος, καταναλωτισμός, ολοκληρωτισμός, καπιταλιστική τεχνική και επιστήμη, μέσα από τη σκέψη των Lasch, Mumford, Ellul, Lipovetsky, Jacoby, Arendt, καθώς και πολλά άλλα, σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη από αυτές που λείπουν από την ατζέντα των κυρίαρχων Μ.Μ.Ε.

Advertisements

Πάρτυ οικονομικής ενίσχυσης για το περιοδικό Πρόταγμα

party17small

Οι υποκειμενικές ρίζες του επαναστατικού προτάγματος

 Έχω την επιθυμία, και αισθάνομαι την ανάγκη, για να ζήσω, μιας άλλης κοινωνίας από αυτή που με περιβάλλει. Όπως η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων, μπορώ να ζήσω μέσα σ’ αυτήν και να τα βγάζω πέρα – εν πάση περιπτώσει ζω ήδη μέσα σ’ αυτήν την κοινωνία. Όσο κριτικά κι αν προσπαθώ να κοιτάξω τον εαυτό μου, ούτε η ικανότητα προσαρμογής μου, ούτε η αφομοίωση της πραγματικότητας από μέρους μου, δεν μου φαίνονται κατώτερες από τον κοινωνιολογικό μέσο όρο. Δεν ζητώ την αθανασία, την πανταχού παρουσία, την παντογνωσία. Δεν ζητώ η κοινωνία να «μου δώσει την ευτυχία» · ξέρω ότι η ευτυχία δεν είναι μια μερίδα που μοιράζεται με το δελτίο στη Δημαρχεία ή στο εργατικό συμβούλιο της γειτονιάς, και ξέρω πως, αν αυτό το πράγμα υπάρχει, μόνο εγώ μπορώ να το πραγματοποιήσω για τον εαυτό μου, στα μέτρα μου, όπως μου συνέβη και όπως, κατά πάσα πιθανότητα, θα μου συμβεί και πάλι. Αλλά μέσα στη ζωή, έτσι όπως είναι φτιαγμένη για μένα και τους άλλους, σκοντάφτω πάνω σ’ ένα πλήθος από απαράδεκτα πράγματα, λέω πως δεν είναι μοιραία και πως εξαρτώνται από την οργάνωση της κοινωνίας. Επιθυμώ πρώτα και ζητώ, η δουλειά μου να έχει νόημα, να μπορώ να εγκρίνω αυτό για το οποίο χρησιμεύει και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται, να μου επιτρέπει να ξοδεύομαι πραγματικά και να χρησιμοποιώ τις δυνατότητές μου και ταυτόχρονα να εμπλουτίζομαι και να αναπτύσσομαι. Και λέω ότι αυτό το πράγμα είναι δυνατό, με μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας, για μένα και για τους άλλους. Λέω ότι ήδη θα ήταν μια βασική αλλαγή σ’ αυτήν την κατεύθυνση, αν μ’ άφηναν ν’ αποφασίζω, μαζί με όλους τους άλλους, τι έχω να κάνω, και με τους συντρόφους μου στη δουλειά, πώς να το κάνω.

 Επιθυμώ να μπορώ, μαζί με όλους τους άλλους, να μαθαίνω τι γίνεται μέσα στην κοινωνία, να ελέγχω την έκταση και την ποιότητα της πληροφόρησης που μου δίνεται. Ζητώ να μπορώ να συμμετέχω άμεσα σε όλες τις κοινωνικές αποφάσεις που μπορεί να επηρεάζουν την ύπαρξή μου ή τη γενική πορεία του κόσμου όπου ζω. Δεν δέχομαι η τύχη μου να αποφασίζεται μέρα με τη μέρα από ανθρώπους που τα σχέδιά τους μου είναι εχθρικά ή και απλώς άγνωστα και για τους οποίους δεν είμαστε, εγώ και όλοι οι άλλοι, παρά νούμερα σ’ ένα σχέδιο ή πιόνια σε μια σκακιέρα, και τελικά η ζωή μου και ο θάνατός μου να βρίσκονται στα χέρια ανθρώπων που ξέρω πως είναι αναγκαστικά τυφλοί.

 Ξέρω πάρα πολύ καλά πως η πραγματοποίηση μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης, και η ζωή της, δεν θα είναι καθόλου απλές, πως σε κάθε βήμα τους θα συναντούν δύσκολα προβλήματα. Αλλά προτιμώ να καταπιάνομαι με πραγματικά προβλήματα, παρά με τις συνέπειες του παραληρήματος του Ντε Γκώλ, τις κομπίνες του Τζόνσον ή τις μηχανορραφίες  του Κρούτσεφ. Κι αν έστω, εγώ κι οι άλλοι, συναντούσαμε την αποτυχία σ’ αυτόν τον δρόμο, προτιμώ την αποτυχία σε μια προσπάθεια που έχει ένα νόημα, παρά μια κατάσταση που μένει πριν ακόμα κι απ’ την αποτυχία ή τη μη αποτυχία, που μένει γελοία.

 Επιθυμώ να μπορώ να συναντώ τον άλλον σαν ένα ον όμοιο με μένα και απόλυτα διαφορετικό, όχι σαν ένα νούμερο, ούτε σαν ένα βάτραχο σκαρφαλωμένο σ’ ένα άλλο σκαλοπάτι (αδιάφορο αν κατώτερο ή ανώτερο) της ιεραρχίας των εισοδημάτων και των εξουσιών. Επιθυμώ να μπορώ να τον βλέπω, και να μπορεί να με δει, σαν ένα άλλο ανθρώπινο ον, οι σχέσεις μας να μην αποτελούν πεδίο που εκφράζεται η επιθετικότητα, ο συναγωνισμός μας να παραμένει μέσα στα όρια του παιχνιδιού, οι συγκρούσεις μας στο μέτρο που δεν μπορούν να λυθούν ή να ξεπεραστούν, ν’ αφορούν πραγματικά προβλήματα και εκβάσεις, να σέρνουν μαζί τους όσο το δυνατό λιγότερο ασυνείδητο, να είναι φορτισμένες όσο το δυνατό λιγότερο από φανταστικά στοιχεία. Επιθυμώ ο άλλος να είναι ελεύθερος, γιατί η ελευθερία μου αρχίζει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου και γιατί, μόνος μου, δεν μπορώ να είμαι, στην καλύτερη περίπτωση, παρά «ενάρετος εν δυστυχία». Δεν υπολογίζω ότι οι άνθρωποι θα μεταμορφωθούν σε αγγέλους, ούτε πως οι ψυχές τους θα γίνουν καθάριες σαν τις βουνίσιες λίμνες – που άλλωστε ανέκαθεν μου προξενούσαν βαθιά πλήξη. Ξέρω όμως πόσο η σημερινή κουλτούρα βαθαίνει και οξύνει τη δυσκολία τους να υπάρχουν, και να συνυπάρχουν με τους άλλους, και βλέπω πως πολλαπλασιάζει στο άπειρο τα εμπόδια στην ελευθερία τους.

 Ξέρω, βέβαια, πως αυτός ο πόθος μου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σήμερα · κι ούτε θα πραγματοποιηθεί ολοκληρωτικά ενόσω ζω, ακόμα κι αν η επανάσταση γινόταν αύριο. Ξέρω ότι θα ζήσουν μια μέρα άνθρωποι που γι’ αυτούς ούτε η ανάμνηση των προβλημάτων που μπορεί σήμερα να μας προξενούν το μεγαλύτερο άγχος δεν θα υπάρχει. Αυτή είναι η μοίρα μου που πρέπει να επωμισθώ, και που επωμίζομαι. Αλλά αυτό δεν πρέπει να με οδηγήσει ούτε στην απελπισία ούτε στον κατατονικό μηρυκασμό. Έχοντας αυτόν τον πόθο, που είναι δικός μου, δεν μπορεί παρά να εργάζομαι για την πραγματοποίησή του. Και ήδη με την εκλογή που κάνω του κύριου ενδιαφέροντος της ζωής μου, μέσα στη δουλειά που του αφιερώνω, για μένα γεμάτη νόημα (ακόμα κι αν συναντώ, κι αποδέχομαι, τη μερική αποτυχία, τις αναβολές, τις παρακαμπτήριες, τα καθήκοντα που δεν έχουν νόημα από μόνα τους), με τη συμμετοχή σε μια κοινότητα επαναστατών που επιχειρεί να ξεπεράσει τις αντικειμενοποιημένες και ξενωμένες σχέσεις της κοινωνίας στην οποία ζούμε – είμαι σε θέση να πραγματοποιώ μερικά αυτόν τον πόθο. Αν είχα γεννηθεί σε μια κομμουνιστική κοινωνία, ίσως η ευτυχία να μου ήταν πιο εύκολη – δεν το ξέρω κι ούτε μπορώ να κάνω τίποτε σχετικά μ’ αυτό. Δεν θα καθίσω μ’ αυτό το πρόσχημα να περνώ τον ελεύθερο χρόνο μου παρακολουθώντας τηλεόραση ή διαβάζοντας αστυνομικά μυθιστορήματα.

  Μήπως αυτή μου η στάση σημαίνει άρνηση της αρχής της πραγματικότητας; Αλλά ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της αρχής; Είναι ότι πρέπει να εργαζόμαστε – ή μήπως ότι πρέπει αναγκαία η εργασία να μην έχει νόημα, να γίνεται κάτω από συνθήκες εκμετάλλευσης, ν’ αντιφάσκει με τους στόχους για τους οποίους υποτίθεται ότι γίνεται; Αυτή η αρχή ισχύει με την ίδια μορφή για έναν εισοδηματία; Ίσχυε μήπως μ’ αυτήν την μορφή για τους ιθαγενείς των νησιών Τρομπριάντ ή Σαμόα; Ισχύει, ακόμα και σήμερα, για τους ψαράδες ενός φτωχού μεσογειακού χωριού; Ως ποιο σημείο η αρχή της πραγματικότητας εκφράζει τη φύση και πού αρχίζει να εκφράζει την κοινωνία; Ως ποιο σημείο εκφράζει την κοινωνία ως κοινωνία και από ποιο σημείο μια τάδε ιστορική μορφή της κοινωνίας; Γιατί όχι τη δουλοπαροικία, τις γαλέρες, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως; Πού μια φιλοσοφία θα έπαιρνε το δικαίωμα να μου πει : σ’ αυτό το συγκεκριμένο χιλιοστόμετρο των υπαρχόντων θεσμών, θα σας δείξω το σύνορο μεταξύ του φαινομένου και της ουσίας, μεταξύ των παροδικών ιστορικών μορφών και του αιώνιου είναι του κοινωνικού; Αποδέχομαι την αρχή της πραγματικότητας, γιατί αποδέχομαι την ανάγκη της εργασίας (καθόσον άλλωστε είναι πραγματική, γιατί ολοένα γίνεται λιγότερο προφανής) και την ανάγκη μιας κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας. Δεν αποδέχομαι όμως την επίκληση μιας ψεύτικης ψυχανάλυσης και μιας ψεύτικης μεταφυσικής, που εισάγει στη συγκεκριμένη συζήτηση των ιστορικών δυνατοτήτων αυθαίρετες βεβαιώσεις πάνω σε αδυνατότητες για τις οποίες δεν ξέρει τίποτα.

 Είναι τάχα η επιθυμία μου παιδική; Μα ακριβώς η παιδική κατάσταση είναι ότι η ζωή μας είναι δοσμένη, κι ότι ο Νόμος μας είναι δοσμένος. Στην παιδική κατάσταση η ζωή μας δίνεται για τίποτα · κι ο Νόμος μας δίνεται χωρίς τίποτα άλλο, και χωρίς δυνατότητα συζήτησης. Αυτό που θέλω είναι εντελώς το αντίθετο : να φτιάχνω εγώ τη ζωή μου, και να δίνω ζωή, ει δυνατόν, εν πάση περιπτώσει να δίνω για τη ζωή μου. Ο Νόμος να μη μου δίνεται απλώς αλλά να τον δίνω κι εγώ συγχρόνως στον εαυτό μου. Αυτός που διαρκώς βρίσκεται σε παιδική κατάσταση είναι ο κομφορμιστής ή ο απολιτικός : γιατί αποδέχεται τον Νόμο ασυζητητί και δεν επιθυμεί να συμμετέχει στη διαμόρφωσή του. Εκείνος που  ζει μέσα στην κοινωνία χωρίς καμία θέληση που ν’ αφορά τον Νόμο, χωρίς πολιτική θέληση, απλώς αντικαθιστά τον ιδιωτικό πατέρα με τον ανώνυμο πατέρα. Η παιδική κατάσταση είναι, πρώτα,  να δέχεσαι χωρίς να δίνεις, και, μετά να κάνεις ή να υπάρχεις για να δέχεσαι. Αυτό που θέλω είναι, αρχινώντας, μια δίκαιη ανταλλαγή, και στη συνέχεια το ξεπέρασμα της ανταλλαγής. Η παιδική κατάσταση είναι η δυική σχέση, το φάντασμα της συγχώνευσης – και μ’ αυτήν την έννοια η σημερινή κοινωνία παιδικοποιεί διαρκώς τους πάντες με τη συγχώνευση που πραγματοποιεί στο φαντασιακό με απραγματικές οντότητες : τους αρχηγούς, τα έθνη, τους κοσμοναύτες ή τις βεντέτες. Αυτό που θέλω είναι η κοινωνία να πάψει να είναι μια οικογένεια, ψεύτικη επιπλέον μέχρι γελοίου, για να αποκτήσει την αληθινή της διάσταση ως κοινωνίας, ως δικτύου σχέσεων μεταξύ αυτόνομων ενηλίκων.

 Να ναι τάχα η επιθυμία μου επιθυμία εξουσίας; Μα αυτό που θέλω είναι η κατάργηση της εξουσίας με τη σημερινή της έννοια, είναι η εξουσία όλων. Η σημερινή εξουσία σημαίνει ότι οι άλλοι είναι πράγματα, κι αυτό που θέλω είναι τελείως το αντίθετο. Αυτός που οι άλλοι του είναι πράγματα είναι ο ίδιος πράγμα, και δεν θέλω να είμαι πράγμα ούτε για μένα ούτε για τους άλλους. Δεν θέλω οι άλλοι να είναι πράγματα, δεν θα ‘ξερα τι να τους κάνω. Αν μπορώ να υπάρχω για τους άλλους, και οι άλλοι να με αναγνωρίζουν, δεν θέλω αυτό να γίνεται σε συνάρτηση με την κατοχή ενός πράγματος που είναι έξω από μένα – της εξουσίας· ούτε να υπάρχω γι αυτούς μέσα στο φαντασιακό. Η αναγνώριση που απορρέει από τον άλλο δεν ισχύει για μένα παρά στο βαθμό που τον αναγνωρίζω εγώ ο ίδιος. Υπάρχει ο κίνδυνος να τα ξεχάσω όλα αυτά, αν κάποτε τα γεγονότα με οδηγούσαν κοντά στην «εξουσία»; Μου φαίνεται περισσότερο κι από απίθανο : αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήταν παρά μια χαμένη μάχη, και όχι το τέλος του πολέμου · και θα ‘πρεπε να ρυθμίζω τη ζωή μου πάνω στην υπόθεση ότι μπορεί μια μέρα να ξαναμωραθώ;

 Κυνηγώ τάχα τη χίμαιρα να θέλω να εξαλείψω την τραγική πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης; Μου φαίνεται μάλλον πως θέλω να εξαλείψω απ’ αυτήν το μελόδραμα, την ψεύτικη τραγωδία – αυτήν όπου η καταστροφή επέρχεται χωρίς αναγκαιότητα, όπου όλα θα συνέβαιναν διαφορετικά, αν μονάχα τα πρόσωπα ήξεραν ή έκαναν αυτό ή εκείνο. Το να πεθαίνουν της πείνας οι άνθρωποι στις Ινδίες, ενώ στην Αμερική και στην Ευρώπη οι κυβερνήσεις βάζουν πρόστιμα στους γεωργούς που παράγουν «υπερβολικά» – είναι μια μακάβρια φάρσα, είναι ένα γκραν γκινιόλ όπου τα πτώματα και ο πόνος είναι πραγματικά. Δεν είναι τραγωδία, δεν υπάρχει σ’ αυτό τίποτα το αναπόφευκτο. Κι αν η ανθρωπότητα εξαφανιστεί μια μέρα κάτω από τις υδρογονοβόμβες αρνούμαι να το ονομάσω αυτό τραγωδία, το ονομάζω μαλακία. Θέλω την κατάργηση του Παλιάτσου και της μεταμόρφωσης των ανθρώπων σε νευρόσπαστα από άλλα νευρόσπαστα που τους «κυβερνούν». Όταν ένας νευρωτικός επαναλαμβάνει για την εικοστή φορά την ίδια συμπεριφορά αποτυχίας, αναπαράγοντας για τον εαυτό του και για τους δικούς του τον ίδιο τύπο δυστυχίας, το να τον βοηθήσεις να το ξεπεράσει αυτό, σημαίνει να εξαλείψεις από τη ζωή του τη χονδροειδή φάρσα, όχι την τραγωδία : σημαίνει να του επιτρέψεις να αντικρίσει επιτέλους τα πραγματικά προβλήματα της ζωής του και ότι τραγικό μπορεί να περιέχουν, που η νεύρωσή του είχε για λειτουργία εν μέρει να εκφράζει αλλά κυρίως να καλύπτει.

Σημειώσεις πάνω στην πράσινη ανάπτυξη

1

 Η αειφόρος ανάπτυξη ή πράσινη ανάπτυξη αναφέρεται στην οικονομική ανάπτυξη που σχεδιάζεται και υλοποιείται λαμβάνοντας υπόψη την προστασία του περιβάλλοντος και τη βιωσιμότητα. Αν και η έννοια δεν έχει αποκτήσει διεθνώς μια ρητά καθορισμένη σημασία, χαρακτηρίζεται από κάποιες αναγκαίες και αλληλένδετες προϋποθέσεις, όπως είναι η εξοικονόμηση, η αξιοποίηση της τεχνολογίας, η ελαχιστοποίηση των οικολογικών επιπτώσεων, η δημιουργία απασχόλησης και ο  παρεμβατισμός.

 Οι έννοιες της προόδου και της οικονομικής ανάπτυξης δεν υπήρχαν από πάντοτε, αλλά ιστορικά διαμορφώθηκαν από την περίοδο του Διαφωτισμού και μετά. Από τον 16ο αιώνα εμφανίζονται οι πρώτες θεωρητικές εκτιμήσεις ότι ο άνθρωπος προοδεύει, παράλληλα με την επιβεβαίωση των ικανοτήτων του να τροποποιεί σε μεγάλη κλίμακα το περιβάλλον του. Με τη βιομηχανική επανάσταση και τη νέα δυνατότητα αξιοποίησης της ενεργειακής δύναμης του ατμού και του κάρβουνου δημιουργείται ο καπιταλισμός, ο οποίος ως κοινωνική μορφή οργάνωσης θέτει την απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ως κυρίαρχη φαντασιακή σημασία. Η ανάπτυξη συνεπώς, δεν είναι μια αξιολογικά ουδέτερη έννοια, αλλά είναι φαντασιακά και κατ’ επέκταση ιδεολογικά προσδιορισμένη.

 Η έννοια της αειφορίας προέρχεται από τη δασολογική ορολογία και στη βιβλιογραφία θεωρείται ως εφευρέτης της έννοιας ο σάξωνας δασολόγος Χ. φον Κάρλοβιτς, ο οποίος το 1713 χρησιμοποίησε πρώτος την έκφραση «αειφόρος». Η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης και η σημασία που της αποδίδεται σήμερα διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Προέκυψε από μία στροφή στην αντίληψη των πραγμάτων, η οποία αρχικά εκφράστηκε ως ανησυχία για τα περιβαλλοντικά προβλήματα (και τις επιπτώσεις που έχει η υποβάθμιση του περιβάλλοντος στην υγεία και στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων, αλλά και στην οικονομική ανάπτυξη) και ως συνειδητοποίηση ότι οι φυσικοί πόροι έπρεπε να διατηρηθούν και για τις επόμενες γενεές. Τα κινήματα της δεκαετίας του 60, η πετρελαϊκή κρίση του 1973 και η οικονομική ύφεση της δεκαετίας του 70 δημιούργησαν στην ουσία τις πρώτες σοβαρές αμφιβολίες για δυνατότητα των οικονομιών να μεγεθύνονται απεριόριστα, θέτοντας μεταξύ άλλων το θέμα της σπανιότητας των φυσικών πόρων.

 Το μάλλον επιτυχημένο εύρημα της «οικο-ανάπτυξης» – όρου που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά τη συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για το περιβάλλον που έγινε στη Στοκχόλμη το 1972 – τελικά δεν κρατήθηκε, και, κάτω από την πίεση των λόμπι, υπερίσχυσε ο όρος sustainable development. Αν πιστέψουμε τον Ignacy Sachs, χρησιμοποιήθηκε  ο ίδιος ο Κίσινγκερ ώστε να επιτευχθεί η αντικατάσταση της έκφρασης «οικοανάπτυξη» από την έκφραση «sustainable development». Έκτοτε, η βιώσιμη ανάπτυξη πρωταγωνιστεί σε συζητήσεις, αναλύσεις και πολιτικά σχέδια παγκοσμίως. Παρακάτω παρουσιάζουμε συνοπτικά την κριτική που ασκείται σε οικονομικό, επιστημονικό, φιλοσοφικό και πολιτικό επίπεδο.

  Σε μακροοικονομικό επίπεδο, εμφανίζεται το φαινόμενο της αναπήδησης (rebound effect). Έχει παρατηρηθεί και δειχθεί από πολλές ομάδες επιστημόνων πως η εισαγωγή νέων τεχνολογιών που αυξάνουν την αποτελεσματικότητα στη χρήση ενός φυσικού πόρου, συνεπάγεται αύξηση της κατανάλωσης και κατά συνέπεια περαιτέρω μείωση του αποθέματος του φυσικού πόρου.

2

 Για παράδειγμα, ένα νοικοκυριό το οποίο αρχικά εξοικονομεί ενέργεια και χρήματα εγκαθιστώντας καλύτερη θερμομόνωση μπορεί στη συνέχεια να δελεαστεί ότι διαθέτει πλέον την οικονομική δυνατότητα να «ανεβάζει» το θερμοστάτη κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ή να αγοράσει ένα δεύτερο αυτοκίνητο. Το τραίνο υψηλής ταχύτητας TGV πάει πιο γρήγορα, άρα μετακινούμαστε πιο μακριά και πιο συχνά. Οι λάμπες φθορίου δαπανούν λιγότερο ρεύμα, άρα τις αφήνουμε ανοιχτές. Υπάρχουν περισσότεροι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας, άρα η οδική κυκλοφορία αυξάνεται… Οι αποτελεσματικές τεχνολογίες παρακινούν στην αύξηση της κατανάλωσης, άρα το κέρδος υπεραντισταθμίζεται από μια αύξηση των ποσοτήτων που καταναλώνονται.

 Σε επιστημονικό επίπεδο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μάθαμε από τη θερμοδυναμική : ότι τίποτε δε χάνεται, τίποτα δε δημιουργείται. Ο καταπληκτικός μηχανισμός της αυθόρμητης αναγέννησης της βιόσφαιρας, ακόμη κι όταν υποβοηθείται από τον άνθρωπο, δεν μπορεί να λειτουργήσει με μανιώδη ρυθμό.

3

 Εδώ θα συμφωνούσε κι ο Σουμπέτερ, ο οποίος παρατήρησε μια φθίνουσα ανταπόκριση της φύσης στην ανθρώπινη προσπάθεια. Αυτή η μη αντιστρεπτή διαδικασία της απώλειας ενέργειας ονομάζεται εντροπία.

 Σε πολιτικό και φιλοσοφικό επίπεδο, αξίζει να αναφερθεί η κριτική που ασκεί το κίνημα της αποανάπτυξης. Σύμφωνα με τον Latouche, το να πιστεύουμε ότι θα κατορθώσουμε να εγκαθιδρύσουμε μια συμβατότητα  ανάμεσα στο παραγωγίστικο βιομηχανικό σύστημα και στις φυσικές ισορροπίες, χωρίς κόπο, χωρίς πόνο, και κερδίζοντας επιπλέον χρήματα, εμπιστευόμενοι απλώς τις τεχνολογικές καινοτομίες ή καταφεύγοντας σε απλές διορθωτικές ενέργειες σε επίπεδο επενδύσεων, είναι ένας μύθος.

4

 Πρόκειται για μια μαγική απόπειρα να εξορκίσουμε την κατάρα του αναπτυξιοκρατικού εγχειρήματος. Πάντως, κολλώντας ένα ή δύο επίθετα στην έννοια της ανάπτυξης, δεν θέτουμε αληθινά υπό αμφισβήτηση την καπιταλιστική συσσώρευση. Τα επίθετα «βιώσιμη», «πράσινη», «αειφόρος» εμφανίζονται σαν μια υπόθεση ad hoc προκειμένου να γίνει μια απόπειρα να σωθεί ότι είναι δυνατό να σωθεί από το παράδειγμα της ανάπτυξης. Το πολύ πολύ στοχεύουμε να προσθέσουμε στην οικονομική μεγέθυνση μια οικολογική συνιστώσα ή ένα κοινωνικό κάλυμμα, με τον ίδιο τρόπο που μπορέσαμε να της προσθέσουμε κάποτε μια πολιτισμική διάσταση.

 Το περιβαλλοντικό ζήτημα δεν μπορεί να εξεταστεί διαχωρισμένο από τις κοινωνικές συνθήκες που το δημιούργησαν, και να αντιμετωπιστεί σαν τεχνικό ζήτημα.  Η αντιμετώπισή του δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά με μια ολιστική προσέγγιση. Η ιδεολογία της προόδου εισάγει την αθανασία στην καρδιά της οικονομικής μυθολογίας. Η απεριόριστη και τεχνητή μεγέθυνση των αναγκών, και η απαιτούμενη μεγέθυνση των μέσων για την ικανοποίηση ενός μέρους από τις ανάγκες αυτές, απαγορεύουν να κοιτάξουμε καταπρόσωπο τα όρια της ανθρώπινης κατάστασης και να αντιμετωπίσουμε την περατότητα του πλανήτη μας έτσι ώστε να επιχειρήσουμε να επιλύσουμε την πρόκληση μιας «καλής» ζωής ή μιας δίκαιης κοινωνίας.

 Δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε σε τι κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας, χωρίς να σκεφτόμαστε σε τι παιδιά θα αφήσουμε τον κόσμο μας.

5

Constant Nieuwenhuis – Νέα Πολεοδομία

Εισαγωγικό σημείωμα της ελληνικής μετάφρασης:

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τον Κόνσταντ στα ολλανδικά και δημοσιεύτηκε με τον τίτλο Nieuw Urbanisme στο 9ο τεύχος του περιοδικού Provo, στις 12 Μάη του 1966. Μεταφράστηκε και δημοσιεύτηκε στα αγγλικά από την ομάδα The Friends of Malatesta το 1970 στη Νέα Υόρκη. Η ελληνική μετάφραση έγινε με βάση το αγγλικό κείμενο. Οι σημειώσεις στο τέλος του κειμένου είναι της ελληνικής μετάφρασης.

Ο Ολλανδός ζωγράφος Κόνσταντ (Constant Anton Nieuwenhuys) γεννήθηκε στο Άμστερνταμ στις 21 Ιουλίου 1920. Το 1948 ίδρυσε μαζί με τον Κάρελ Άπελ και τον Κορνέιγ την Πειραματική Ομάδα Ολλανδίας (Experimentele Groep Holland) και, το Νοέμβρη του ίδιου έτους, σχημάτισαν μαζί με τον Δανό ζωγράφο Άσγκερ Γιορν και τον Βέλγο ποιητή Κριστιάν Ντοτρεμόν το κίνημα CoBrA (από τα αρχικά των λέξεων Κοπεγχάγη, Βρυξέλλες και Άμστερνταμ) ή Διεθνή των Πειραματικών Καλλιτεχνών, που διαλύθηκε το 1951. Στη συνέχεια, ο Γιορν θα ιδρύσει το Διεθνές Κίνημα για ένα Φαντασιακό Μπαουχάους και θα συνδεθεί με τον Γκυ Ντεμπόρ και τη Λεττριστική Διεθνή. Η συνεργασία αυτή θα οδηγήσει στο Πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο Ελεύθερων Καλλιτεχνών στην Άλμπα το Σεπτέμβρη του 1956, μετά το οποίο ο Κόνσταντ θα προσχωρήσει στο Κίνημα για ένα Φαντασιακό Μπαουχάους. Αρχίζει να επεξεργάζεται τα σχέδιά του για μια πειραματική πόλη στη βάση των λεττριστικών θεωριών για την περιπλάνηση και την ψυχογεωγραφία και, το 1958, είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Καταστασιακής Διεθνούς. Συντάσσει μαζί με τον Ντεμπόρ τη Διακήρυξη του Άμστερνταμ (Δεκέμβρης 1958) και σχηματίζει το ολλανδικό τμήμα της Διεθνούς, το οποίο αποτελείται από αρχιτέκτονες και ιδρύει το Γραφείο Ερευνών για την Ενιαία Πολεοδομία. Ο Κόνσταντ θα παραμείνει στην Κ.Δ. μέχρι την έκδοση του τέταρτου τέυχους της ομώνυμης επιθεώρησης. Αμέσως μετά – και ενώ έχει ήδη προηγηθεί η διαγραφή όλων των υπόλοιπων μελών του ολλανδικού τμήματος και ολόκληρου του ιταλικού τμήματος – ο Κόνσταντ θα  παραιτηθεί (την 1η Ιουνίου 1960). Τη δεκαετία του 1960 συνεχίζει τα πειραματικά του σχέδια για τη «Νέα Βαβυλώνα» – την πόλη του μέλλοντος. Εκδίδει την εφημερίδα Νέα Βαβυλώνα (De new Babylon informatief) στο Άμστερνταμ την περίοδο 1965-66. Στο μεταξύ, έρχεται σε επαφή με τον Ρόελ βαν Ντάιν, που ήταν βασικό μέλος του κινήματος των Πρόβο (1965-1967), και συμμετέχει και ο ίδιος στο κίνημα. Τον Οκτώβρη του 1965, δημοσιεύει το άρθρο ‘Νέα Βαβυλώνα’ στο 4ο τεύχος του περιοδικού Provo, ενώ το Μάη του 1966 δημοσιεύει στο 9ο τεύχος το άρθρο Νέα Πολεοδομία, το οποίο δημοσιεύεται εδώ μεταφρασμένο στα ελληνικά. Το κίνημα των Πρόβο διαλύθηκε το Μάη του 1967, υπό το βάρος εσωτερικών αντιθέσεων, προκειμένου να προληφθεί η πλήρης επαναφομοίωσή του. Τα επόμενα χρόνια της ζωής του, ο Κόνσταντ συνέχισε να ασχολείται με τη ζωγραφική. Πέθανε στην Ουτρέχτη την 1η  Αυγούστου 2005.

Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι

Οκτώβρης 2007

1

Είναι δυνατό να παρατηρήσει κανείς μια αυξανόμενη διάσταση ανάμεσα στα πρότυπα που εφαρμόζονται στην κατανομή του αστικού χώρου από τη μια και τις πραγματικές ανάγκες της κοινότητας από την άλλη. Οι σχεδιαστές των πόλεων και οι αρχιτέκτονες τείνουν ακόμα να σκέφτονται με τους όρους των τεσσάρων λειτουργιών της πόλης όπως αυτές ορίστηκαν από τον Λε Κορμπυζιέ [i] το 1933:  διαμονή, εργασία, κυκλοφορία και αναψυχή. Αυτή η υπεραπλούστευση αντανακλά περισσότερο έναν καιροσκοπισμό παρά μια αντίληψη και εκτίμηση των πραγματικών αναγκών των ανθρώπων σήμερα, με αποτέλεσμα η πόλη να απαρχαιώνεται με γοργούς ρυθμούς. Σε μια εποχή όπου η αυτοματοποίηση και άλλες τεχνολογικές πρόοδοι μειώνουν την απαίτηση για χειρωνακτική εργασία, συνεχίζονται ωστόσο τα σχέδια για το χτίσιμο εργατικών συνοικιών οι οποίες είναι κατάλληλες μόνο για διανυκτέρευση. Ενώ τα ιδιωτικά αυτοκίνητα πολλαπλασιάζονται τόσο γρήγορα ώστε ο ίδιος τους ο αριθμός τα καθιστά πρακτικά άχρηστα, ολοένα και περισσότερος ζωτικός χώρος παραδίδεται προκειμένου να τους παρασχεθούν ευκολίες στάθμευσης. Η αναφορά Μπιουκάναν με τίτλο Η Κυκλοφορία στις Πόλεις δείχνει ότι ο απαιτούμενος χώρος για την «πλήρη ιδιοκτησία αυτοκινήτων» σε μια μικρή πόλη όπως το Λιντς (που είχε 513.800 κατοίκους το 1963) θα ήταν τόσος ώστε το πρόβλημα της υπερπληρότητας θα μπορούσε να επιλυθεί. Μολονότι η μόλυνση του αέρα απειλεί την ίδια την ύπαρξη των φυτών, των ζώων και των ανθρώπινων όντων, οι άνθρωποι εξακολουθούν να μιλάνε με αισιοδοξία για «κηπουπόλεις». Και ενώ οι Ιερεμίες θρηνούν για το πρόβλημα του αυξανόμενου «ελεύθερου χρόνου», οι περιορισμοί που τίθενται στο χώρο που είναι διαθέσιμος για δημόσια αναψυχή στερούν από τους νέους ανθρώπους κάθε δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τον ελεύθερο χρόνο που έχουν.

2

Μια λογική συνέπεια του αυξανόμενου ελεύθερου χρόνου είναι η ιδέα ότι η αναψυχή χάνει το νόημά της. Η αναψυχή είναι η αναπλήρωση της ενέργειας που χάνεται κατά τη διάρκεια της εργασιακής διαδικασίας. Από τη στιγμή που υπάρχει ένα πλεόνασμα ενέργειας διαθέσιμο για άλλες δραστηριότητες εκτός της εργασίας, η αναψυχή γίνεται άσκοπη και παραχωρεί τη θέση της στη δυνατότητα της πραγματικής δημιουργικότητας – της δημιουργίας ενός νέου τρόπου ζωής, ενός νέου περιβάλλοντος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η νεολαία σήμερα δε στρέφεται πλέον σε χόμπι και λέσχες χαλάρωσης αλλά αναζητά συγκινήσεις σε κοινοτικές πρωτοβουλίες.

3

Αυτές οι συλλογικές προσπάθειες δεν είναι δυνατό να γίνονται στην ύπαιθρο αλλά μόνο στην πόλη, διότι οι νέοι δεν αναζητούν τη σιωπή και τη μοναξιά αλλά τις συναντήσεις με άλλους ανθρώπους σε ένα κοινωνικό περιβάλλον. Το φαινόμενο του συνωστισμού των ανθρώπων σε πικνίκ στο πλάι των δρόμων αποδεικνύει ότι η έξοδος στην ύπαιθρο είναι περισσότερο μια φυγή από τη λειτουργική πόλη [ii] παρά μια εκδρομή για να απολαύσει κανείς τις ομορφιές της φύσης. Το δασικό πάρκο του Άμστερνταμ μετατρέπεται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον τις ζεστές Κυριακές του Αυγούστου. Αν ο αστικός χώρος σχεδιαζόταν έτσι ώστε να ικανοποιεί τις ανάγκες μιας κοινωνίας που διαθέτει ελεύθερο χρόνο, τότε αυτές οι φυγές από την πόλη δε θα ήταν αναγκαίες. Είναι αρκετά παράδοξο ότι, όποτε οι άνθρωποι της πόλης ταξιδεύουν μαζικά στην εξοχή, η διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο εξαφανίζεται. Η περιοχή της κατασκήνωσης αποτελεί μια – οσοδήποτε πρωτόγονη – μορφή άστεως.

4

Το κοινωνικό περιβάλλον της πόλης απειλείται από μια χαοτική έκρηξη της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, η οποία είναι αποτέλεσμα της επέκτασης των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας μέχρι το γελοίο τους έπακρο. Το πλήθος των σταθμευμένων αυτοκινήτων σε κάθε δεδομένη στιγμή υπερβαίνει κατά πολύ το πλήθος των αυτοκινήτων που βρίσκονται σε κίνηση. Επομένως, η χρήση του αυτοκινήτου χάνει το μείζον πλεονέκτημά της: τη γρήγορη μεταφορά από το ένα μέρος στο άλλο. Η αποθήκευση ατομικής ιδιοκτησίας σε δημόσιο έδαφος – που είναι η πραγματική έννοια του πάρκινγκ – καταβροχθίζει όχι μόνο το χώρο που απαιτείται για τη ροή της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων αλλά, επίσης, ολοένα μεγαλύτερα κομμάτια ζωτικού χώρου. Η αποτελεσματική χρησιμοποίηση του αυτοκινήτου μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της συλλογικής χρήσης του συνολικού πλήθους των αυτοκινήτων, και αυτό το σύνολο πρέπει να περιοριστεί στο πλήθος που πραγματικά απαιτείται. Είναι σκάνδαλο ότι αμέτρητοι άνθρωποι χρειάζεται να περπατάνε, ακόμα και όταν ο καιρός είναι κακός, ενώ υπάρχουν υπεραρκετά αυτοκίνητα για να τους μεταφέρουν – τα  οποία, ωστόσο, βρίσκονται ασκόπως σταθμευμένα στην άκρη του δρόμου, παρεμποδίζοντας την κυκλοφορία και καταλήγοντας, στην ουσία, να είναι χειρότερα από άχρηστα.

5

Η γενικευμένη εισβολή της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων στον κοινωνικό χώρο οδήγησε, σχεδόν ασυναίσθητα, στην παραβίαση των θεμελιωδέστερων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ο κώδικας κυκλοφορίας υποβάθμισε το άτομο που πορεύεται με το μοναδικό φυσικό μέσο μετακίνησης στην κατηγορία του «πεζού», και περιόρισε την ελευθερία της κίνησής του σε τέτοιο βαθμό ώστε αυτή να υπολείπεται της αντίστοιχης ελευθερίας ενός οχήματος. Ο δημόσιος χώρος αποτελεί απαγορευμένο έδαφος για τον πεζό σε τέτοιο βαθμό ώστε [ο πεζός] να είναι αναγκασμένος να αναζητά τις κοινωνικές επαφές του είτε σε ιδιωτικές περιοχές (σπίτια) είτε σε περιοχές που υπόκεινται σε εμπορική εκμετάλλευση (καφέ ή ενοικιαζόμενες αίθουσες), όπου είναι λιγότερο ή περισσότερο φυλακισμένος. Με τον τρόπο αυτό, η πόλη χάνει την πιο σημαντική λειτουργία της: εκείνη του τόπου συνάντησης. Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι η αστυνομία επιχειρεί να δικαιολογήσει τα μέτρα που παίρνει ενάντια σε happenings που γίνονται σε δημόσιους δρόμους υποστηρίζοντας ότι τέτοιες εκδηλώσεις παρακωλύουν την κυκλοφορία των αυτοκινήτων. Πρόκειται για μια έμμεση παραδοχή ότι η ταχεία κυκλοφορία είναι ο βασιλιάς του δρόμου.

6

Η διαδικασία σχηματισμού της κουλτούρας λαμβάνει χώρα εντός του κοινωνικού περιβάλλοντος· αν αυτό το περιβάλλον δεν υπάρχει, η κουλτούρα δεν μπορεί να διαμορφωθεί. Όσο μεγαλύτερο είναι το πλήθος και η ποικιλία των επαφών, τόσο μεγαλύτερη είναι η ένταση με την οποία ανθίζει η κουλτούρα. Ο Σομπάρ ντε Λωβ [iii] ήταν ο πρώτος που επισήμανε αυτή τη λειτουργία ορισμένων αστικών περιοχών (ιδίως των παλιών συνοικιών), τις οποίες ονόμασε «ζώνες διαμόρφωσης κουλτούρας». Παρατήρησε, ειδικότερα, ότι η διαδικασία σχηματισμού κουλτούρας είναι εντονότερη σε εκείνες τις συνοικίες όπου ο πληθυσμός θεωρείται αντι-κοινωνικός, και ότι η επαφή ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες – μια επαφή που αναδεικνύει νέα στοιχεία διαμόρφωσης κουλτούρας – είναι εντονότερη σε συνοικίες όπου υπάρχουν στοιχεία κοινωνικής απορρύθμισης.

7

Το γεγονός ότι όλοι οι γραφειοκράτες είναι ερωτευμένοι με την τάξη, με μια ρυθμισμένη κοινωνία, τους οδηγεί να καταστρέφουν τις ζώνες διαμόρφωσης κουλτούρας. Ο Bαρόνος Haussmann [iv] δημιούργησε τις φαρδιές λεωφόρους του διατέμνοντας τέτοιες ζώνες στο Παρίσι προκειμένου να διευκολύνει τη γρήγορη μετακίνηση στρατευμάτων. Στη Μασσαλία, οι ναζί κατεδάφισαν την παλιά συνοικία του λιμανιού για να τσακίσουν την αντίσταση των πολιτών. Η σημερινή αναδιαμόρφωση των κέντρων των πόλεων και ο εκτοπισμός των κατοίκων προς τα προάστια έχει ένα παρόμοιο αποτέλεσμα.

8

Το λεγόμενο «κίνημα των κηπουπόλεων», το οποίο διαδόθηκε γύρω στα 1900 από τον Άγγλο πολεοδόμο Εμπενίζερ Χάουαρντ [v], βασίστηκε στην υπόθεση ότι η βιομηχανική παραγωγή θα μπορούσε να αυξηθεί εάν παρέχονταν βελτιωμένες συνθήκες στέγασης και διαβίωσης στους εργάτες. Οι προϋποθέσεις της επιτυχίας του κινήματος – η επιθυμία να βρίσκεται κανείς κοντά στη φύση, η αγάπη για την εργασία, η εγγύτητα των οικογενειακών δεσμών – δεν ισχύουν πια σήμερα. Οι κηπουπόλεις είναι, επομένως, απαρχαιωμένες προτού καν περατωθούν. Σε αντίθεση με το εξοχικό ειδύλλιο που είχε στο μυαλό του ο Χάουαρντ, τα προάστια που χτίστηκαν στη βάση αυτού του σχεδίου αποτελούν απλώς κοιτώνες – μέρη όπου οι άνθρωποι κοιμούνται και από τα οποία δραπετεύουν με την πρώτη ευκαιρία, δηλαδή αμέσως μόλις βρουν ελεύθερο χρόνο. Οι απομονωμένες στεγαστικές μονάδες που εγκαταλείπονται μέσα σε έναν ωκεανό οδικής κυκλοφορίας μετατρέπονται σε γκέτο για έναν πληθυσμό του οποίου η μόνη επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο γίνεται διαμέσου των ελεγχόμενων μέσων «επικοινωνίας» του τύπου, του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης.

9

Η συνοικία όπου διαμένει ένας άνθρωπος γίνεται λιγότερο σημαντική γι’ αυτόν καθώς η ακτίνα της δραστηριότητάς του επεκτείνεται και η ποσότητα του ελεύθερου χρόνου του αυξάνεται. Όταν εισήχθηκε η παραγωγική εργασία στη Νεολιθική Εποχή, ο άνθρωπος μεταμορφώθηκε σε καθιστικό πλάσμα, αλλά καθώς σήμερα η ανάγκη για χειρωνακτική εργασία εξαφανίζεται δεν υπάρχει λόγος να βρίσκεται κάποιος καθηλωμένος σε ένα μέρος για μεγάλες χρονικές περιόδους. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, υπάρχει αυξανόμενη ζήτηση για προσωρινή στέγαση – ξενοδοχεία, ή ακόμα τροχόσπιτα και σκηνές. Η αναλογία του χώρου μόνιμης κατοικίας σε σχέση με τον συνολικό κοινωνικό χώρο απαιτεί άμεση αναθεώρηση υπέρ του δεύτερου, καθώς οι ανάγκες μιας αναδυόμενης νομαδικής φυλής πρέπει να ικανοποιηθούν.

10

Η φύση του κοινωνικού περιβάλλοντος θα εξαρτηθεί από τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί η άρτι απελευθερωθείσα ενέργεια. Σε κάθε περίπτωση, ο χώρος αυτός θα είναι ένα περιβάλλον παιχνιδιού, εφευρετικότητας και δημιουργίας ενός νέου τρόπου ζωής. Οι ωφελιμιστικοί κανόνες, όπως εκείνοι που εφαρμόζονται στη λειτουργική πόλη, πρέπει να παραχωρήσουν τη θέση τους στον κανόνα της δημιουργικότητας. Στο μέλλον, ο τρόπος ζωής του ανθρώπου δε θα καθορίζεται από το κέρδος αλλά από το παιχνίδι.

11

Τα παραπάνω σημεία εξηγούν γιατί η εξέγερση των νέων ενάντια στα απολιθωμένα πρότυπα και τις συνθήκες του παρελθόντος στοχεύει κατά κύριο λόγο στην ανάκτηση του κοινωνικού χώρου – του δρόμου – έτσι ώστε να μπορέσουν να εδραιωθούν οι επαφές εκείνες που είναι απαραίτητες για το παιχνίδι. Οι ιδεαλιστές που πιστεύουν ότι αυτές οι επαφές μπορούν να ρυθμιστούν μέσω της οργάνωσης νεολαιίστικων συλλόγων, δημοσιεύσεων ή ομάδων πεζοπορίας επιδιώκουν να υποκαταστήσουν τις αυθόρμητες πρωτοβουλίες με προκαθορισμένους κανόνες συμπεριφοράς. Έρχονται σε αντίθεση με το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της νέας γενιάς, τη δημιουργικότητα – την επιθυμία της να δημιουργήσει η ίδια ένα συμπεριφορικό πρότυπο και, τελικά, να δημιουργήσει έναν νέο τρόπο ζωής.

Σημειώσεις της μετάφρασης

([i])  Λε Κορμπυζιέ (Le Corbusier, 1887-1965): Ελβετός αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και συγγραφέας. Θεωρείται ένας από τους σκαπανείς της «μοντέρνας αρχιτεκτονικής» [βλ. και σημ. (ii)]. Το 1922 παρουσίασε τα σχέδιά του για τη «Σύγχρονη Πόλη», ενώ δημοσίευσε μια σειρά άρθρων στην εφημερίδα του L’ Esprit Nouveau, στα οποία υποστήριζε τη χρήση των βιομηχανικών τεχνικών για το μετασχηματισμό του αστικού περιβάλλοντος στα πρότυπα των Τεϊλορικών και Φορντικών αρχών οικονομικής οργάνωσης. Στο κέντρο της «σύγχρονης πόλης» του τοποθετούνταν μια ομάδα από ουρανοξύστες όπου θα στεγάζονταν τα γραφεία και τα διαμερίσματα των πιο πλούσιων κατοίκων μέσα σε μεγάλα πάρκα πρασίνου. Έξω από τον κεντρικό αυτό χώρο θα κατασκευάζονταν πολυόροφα συγκροτήματα διαμερισμάτων για τη στέγαση των εργατών. Μολονότι οι προτάσεις του Κορμπυζιέ για την ολική κατεδάφιση και ανακατασκευή του κέντρου του Παρισιού αντιμετωπίστηκαν με περιφρόνηση από τους αξιωματούχους της πόλης, οι ιδέες του επρόκειτο να ασκήσουν σημαντική επίδραση αργότερα στο σχεδιασμό των πόλεων της Δυτικής Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

 

([ii]) Η αρχή της λειτουργιοκρατίας (functionalism) στη μοντέρνα αρχιτεκτονική υποστηρίζει ότι ο σχεδιασμός ενός κτιρίου από τους αρχιτέκτονες πρέπει να βασίζεται στο σκοπό (λειτουργία) αυτού του κτιρίου.

 

([iii]) Σομπάρ ντε Λωβ (Paul-Henry Chombart de Lauwe, 1913-1998): Γάλλος κοινωνιολόγος και ανθρωπολόγος, από τους πρωτοπόρους της αστικής κοινωνιολογίας στη Γαλλία. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ντε Λωβ ξεκίνησε μια σειρά ερευνών σχετικά με τους τρόπους ζωής της εργατικής τάξης (την οικονομική κατάσταση, τις συνθήκες κατοικίας, τις οικογενειακές σχέσεις, την αγωνιστικότητα, τις απεργίες και την κουλτούρα της). Η μελέτη τού ντε Λωβ “Το Παρίσι και η περιοχή του” (Le Paris et l’ agglomeration parisienne, 1952), η οποία χρηματοδοτήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση, θεωρείται το πρώτο μεγάλο έργο στο πεδίο της κοινωνικής αστικής ανθρωπολογίας. Στη μελέτη αυτή αναφέρεται επίσης ο Γκυ Ντεμπόρ στο άρθρο του Η Θεωρία της Περιπλάνησης (Internationale Situationniste, # 2, 1958). Ο ντε Λωβ ορίζει ως στοιχειώδη μονάδα της πόλης τη συνοικία (quartier), η οποία «δεν καθορίζεται μόνο από τους οικονομικούς και γεωγραφικούς παράγοντες αλλά και από την παράσταση που έχουν γι’ αυτήν οι κάτοικοί της και οι κάτοικοι άλλων συνοικιών». Οι ψυχογεωγραφικοί χάρτες του Παρισιού που παρουσιάζονται από τον Ντεμπόρ το 1957 με τον τίτλο «Η Γυμνή Πόλη» στην «Πρώτη Ψυχογεωγραφική Έκθεση» υιοθετούν τη μορφή του χάρτη που εμφανίζεται στο έργο τού ντε Λωβ. Ωστόσο, ενώ ο ντε Λωβ αρκείται στην «ανακάλυψη» και στην περιγραφή των στοιχειωδών μονάδων της πόλης ως φυσικών, γεωγραφικών φαινομένων σε ένα δεδομένο χωροταξικό πλαίσιο, ο Ντεμπόρ αντιμετωπίζει το χώρο σαν ένα πεδίο πάλης ανάμεσα σε ανταγωνιστικές κοινωνικές πρακτικές και επιδιώκει την κατασκευή (όχι απλώς την περιγραφή) «μονάδων ατμόσφαιρας» μέσα στον αστικό χώρο.

 

Για μια κριτική εξέταση των θέσεων τού ντε Λωβ, βλ. επίσης Ραούλ Βανεγκέμ, Σχόλια εναντίον της Πολεοδομίας (Internationale Situationniste, # 6, Αύγουστος 1961).

 

([iv]) Βαρόνος Georges-Eugène Haussmann (1809-1891): Γάλλος πολεοδόμος στον οποίο ανατέθηκε από τον Ναπολέοντα Γ΄ το έργο της ανακατασκευής του Παρισιού κατά τη δεκαετία του 1860, σηματοδοτώντας την καταστροφή της Παλιάς Πόλης. Το άνοιγμα φαρδιών λεωφόρων, καθώς διευκόλυνε τη γρήγορη μετακίνηση στρατευμάτων και δυσκόλευε τη δημιουργία οδοφραγμάτων, συνέβαλε στη συντριβή των Κομμουνάρων του Παρισιού από τα στρατεύματα του Θιέρσου το 1871.

 

([v]) Εμπενίζερ Χάουαρντ (Ebenezer Howard, 1850-1928): Βρετανός πολεοδόμος που επεξεργάστηκε στο βιβλίο του Οι Κηπουπόλεις του Αύριο (Garden Cities of Tomorrow, 1902) την αντίληψη μιας πόλης χωρίς φτωχογειτονιές, η οποία θα απολάμβανε τα πλεονεκτήματα τόσο της πόλης (υψηλοί μισθοί, ευκαιρίες, ψυχαγωγία) όσο και της υπαίθρου (ομορφιά, χαμηλά ενοίκια, καθαρός αέρας). Πρότεινε τη δημιουργία νέων, αυτόνομων προαστιακών πόλεων περιορισμένου μεγέθους οι οποίες θα περιβάλλονταν από μόνιμες ζώνες πρασίνου. Αυτές οι «κηπουπόλεις» χρησιμοποιήθηκαν ως πρότυπο για την κατασκευή πολλών προαστίων.

Ή με τα κωλόπαιδα ή με τις κουφάλες.

Η στοιχειώδης αξιοπρέπεια ενάντια στη φαηλοκρατία

 

Όταν το ρήμα εκτοπίζεται και άρχουν παντού τα επίθετα, θετά παιδιά της συμμορφώσεως και του διακοσμημένου ψεύδους, τέλματα εκτείνονται εκεί όπου ο σπόρος έπιπτε ως σπέρμα. Μα τότε, ω, τότε δικαιολογούνται –τι λέγω, ευλογούνται όλου του κόσμου οι θυμοί.

Α. Εμπειρίκος

Αν η πραγματικότητα που μας κατακλύζει αποτελεί ένα εφιαλτικό όνειρο, η άρνηση αυτού του άθλιου πολιτισμού δεν αποτελεί παρά την πλαισιωμένη από όνειρα αφύπνιση, που αποτελεί αναγκαία -αν και όχι ικανή- συνθήκη για το πέρασμα σε μια άλλη πραγματικότητα∙ την πραγματικότητα που θα καταστήσει δυνατή την έλευση μιας αυτόνομης κοινωνίας. Υπό αυτή την έννοια, η στάση των τεσσάρων αναρχικών ληστών της Κοζάνης δε μπορεί παρά να αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη μέσα στη γενικότερη ηθική και αισθητική κατάπτωση που χαρακτηρίζει το δημόσιο λόγο αλλά και την κοινωνική ατμόσφαιρα, γενικότερα, στην Ελλάδα του 2013. Ζούμε σε μια κοινωνία εντός της οποίας έχει έρθει στην επιφάνεια ο βαθύτερος κοινωνικός απόπατος, δηλαδή οι λούμπεν (πολιτιστικά) συμπεριφορές που κάθε κοινωνία κρατά στο περιθώριο και στους υπονόμους της, όπως αυτός αποκρυσταλλώνεται ανθρωπολογικά και πολιτικά στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής και των υποστηρικτών της. Απέναντι σε αυτή τη δυσώδη κατάσταση, η αξιοπρέπεια και η «τιμιότητα» της πολιτικής και ηθικής στάσης τεσσάρων αναρχικών, αλλά και των γονιών τους, δε μπορούν παρά να εντυπωσιάζουν αλλά -ελπίζουμε- και και να εμπνέουν. Αυτή είναι η ουσιώδης -από πολιτική άποψη- πλευρά του ζητήματος και όχι τόσο τα αρχικά σχέδια και κίνητρα των ληστών.

Είναι προφανές σε όσους γνωρίζουν τις απόψεις μας, ότι για εμάς τέτοιου είδους ακτιβίστικες και «θεαματικές» δράσεις -ακόμη κι όταν δεν συνιστούν κομμάτια μιας γενικότερης ένοπλης δράσης- ουδεμία σχέση έχουν με ένα πραγματικά δημοκρατικό κοινωνικό κίνημα. Η κριτική στο λεγόμενο «ένοπλο» αλλά και στη λογική των πρωτοποριών έχει γίνει από καιρό και πρώτα και κύρια από τους ίδιους τους ελευθεριακούς κύκλους οι οποίοι συνεχώς χρεώνονται την εμφάνιση τέτοιων ομάδων από τα ΜΜΕ και τους διάφορους δημοσιολόγους. Ωστόσο, αυτό που εδώ μας απασχολεί είναι η ηθική στάση των τεσσάρων αναρχικών, η οποία, μέσα στα τωρινά πλαίσια, αποκτά σημασία καθαρά πολιτική.

Με την στάση τους, οι αναρχικοί ληστές και οι γονείς τους έκαναν μια πολιτική πράξη πρώτου βαθμού, ασχέτως των ιδεολογικών, κοινωνικών και όποιων άλλων συνειδητών στόχων ή έμμονών τους (οι οποίες για τους πρώτους εντάσσονται στη γνωστή παράνοια των συνωμοτικών ομάδων). Κατάφεραν να δείξουν έμπρακτα τη δυνατότητα ενός άλλου τρόπου ζωής, μιας συμπεριφοράς που όχι μόνο ξεφεύγει από την παθητικότητα, την απελπισία και την αυτοενοχικότητα της πλειονότητας των φοβισμένων αλλά και από τη χαμέρπεια, τον κυνισμό και την χοντροπετσιά των φασιστοειδών και του χουντόφιλου κομματιού των μικροαστών, που εσχάτως, χάρις στην άνοδο της ΧΑ και της σαμαρικής πτέρυγας της ΝΔ, έχουν αρχίσει να εκφράζονται ανοιχτά και ανερυθρίαστα. Χωρίς κλάψες, χωρίς ίχνος αυτοθυματοποίησης καταφέρνει να θέσει με τρόπο καθαρό για όλους το βασικό πολιτικό και ανθρωπολογικό ζήτημα: τι κάνουμε απέναντι σε αυτήν την κατάσταση που βιώνουμε όλον αυτόν τον καιρό, καθόμαστε και κλαιγόμαστε ή προσπαθούμε να κάνουμε κάτι για να την αλλάξουμε; Συμπορευόμαστε με τις άρχουσες μαφίες και τα κομμάτια της κοινωνίας που τις στηρίζουν ή αγωνιζόμαστε για μια καλύτερη κοινωνία;

Η στάση τους ξαναέδωσε σημασία στις λέξεις και στις έννοιες και μετά από πάρα πολύ καιρό επιτρέπει πλέον κάποια πράγματα να λέγονται με το όνομά τους∙ μας επιτρέπει να πούμε ότι υπάρχουν ρουφιάνοι, κουφάλες και βασανιστές, από τη μια μεριά, και από την άλλη άνθρωποι όρθιοι, αφελείς ενδεχομένως και επιπόλαιοι, αλλά έτοιμοι να σηκώσουν το ανάστημά τους απέναντι στη γενικευμένη παρακμή και τους αποστόλους της, όντας έτοιμοι, φυσικά, να πληρώσουν το τίμημα για τις πράξεις και τις επιλογές τους. Δεν είναι τυχαίο, συνεπώς, που οι μηχανισμοί προληπτικής διανοητικής καταστολής όλων των τύπων έσπευσαν να ξεσκίσουν τα παιδιά και τους γονείς τους: από τα χρυσαυγιτοειδή και τους «νοικοκυραίους» της λαϊκής δεξιάς μέχρι τους δήθεν σοβαρούς φιλελεύθερους διανοούμενους και επίδοξους ανατόμους «των δυσανεξιών της νεοελληνικής κοινωνίας». Η πρωτοφανής, αυτή, παρακμή και η απαξίωση κάθε έννοιας δημόσιου διαλόγου δεν αποτελούν απλά δείγματα του κυνισμού και της υποκρισίας των μικροαστικών κύκλων, αλλά επιπλέον αναδεικνύουν ορισμένα βαθύτερα χαρακτηριστικά της νεοελληνικής κοινωνίας. Ας ρίξουμε μια ματιά στα σχήματα που πήρε αυτή η ουσιαστικά ψυχολογικού τύπου αντίσταση σε αυτό που εξέφρασε η πράξη των τεσσάρων αναρχικών.

Λαϊκισμός και ταξικές αναλύσεις του κώλου

Εξακολουθεί να ισχύει μια γενική παραδοχή, εκατό τοις εκατό ανόητη, στην οποία, χοροστατούντος του Τύπου, συμφωνούν πρόθυμα οι πάντες, από την ακροδεξιά πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας μέχρι το ΚΚΕ, δηλαδή ότι η θεώρηση του προβλήματος της κοινωνίας είναι, και δεν μπορεί παρά να είναι, ΑΥΣΤΗΡΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ, λες και ο ψυχισμός του ανθρώπου ή η πολιτισμική του ταυτότητα αποτελούν διαστάσεις της ύπαρξής του προορισμένες αποκλειστικά για ιδιωτική εκμετάλλευση, οπότε του Ευαγγελάτου δεν του πέφτει λόγος και μη ρωτάτε για τον Παπαδάκη.

 Ε. Αρανίτσης

Πρώτο και καλύτερο, μια κοινωνιολογία του πεζοδρομίου, ένας αγοραίος, κατά κάποιον τρόπο, «μαρξισμός», που δίνει έμφαση στην κοινωνική και ταξική καταγωγή των ληστών: «είναι γόνοι αστικών οικογενειών, μοσχαναθρεμμένοι στα Βόρεια Προάστια και σε γνωστά ιδιωτικά σχολεία». Πρόκειται για τον σκληρό πυρήνα της λαϊκίστικης και ακροδεξιάς τοποθέτησης, την οποία έχει ανάγει σε σημαία της η δεξιά στο σύνολό της (τόσο η λαϊκή όσο και η φασίζουσα): μια ρητορική που την είχαμε δει δειλά δειλά να εμφανίζεται το Δεκέμβρη του 2008 με τη δολοφονία του Α. Γρηγορόπουλου και που σήμερα γενικεύεται, πιο απενοχοποιημένα από ποτέ. Σύμφωνα με αυτό το κλασικό σχήμα η αριστερά και οι αναρχικοί είναι αστοί μποέμ που παριστάνουν τους επαναστάτες για να σκοτώσουν την πλήξη τους, την ώρα που ο τίμιος μεροκαματιάρης πασχίζει κάθε μέρα να τα βγάλει πέρα για να θρέψει την οικογένειά του. Και σα να μην του έφταναν όλα αυτά έχει και τα ανεπάγγελτα και ρέμπελα κωλόπαιδα να του σπάνε το μαγαζί, να τον ληστεύουν και να τον σκοτώνουν. Αυτό το κλασικό σχήμα την περίοδο του Μεσοπολέμου εμπλουτιζόταν και με την καθοριστική συνιστώσα του αντισημιτισμού («αριστερά=πλούσιοι=Εβραίοι»). Ευτυχώς σήμερα στην Ελλάδα δεν έχουμε δει ακόμα τέτοιες τερατογενέσεις. Ωστόσο το πρώτο σκέλος του σχήματος υιοθετείται ευρέως, εφόσον πλέον το χρησιμοποιούν και διάφοροι φιλελεύθεροι «αντιλαϊκιστές» κρετίνοι, όπως ο Κανέλλης και ο Μανδραβέλης, οι οποίοι έσπευσαν να μας υπενθυμίσουν ότι οι αστυνομικοί είναι «παιδιά του λαού» και ανήκουν στη «γενιά των 700 ευρώ».

Σε αυτό εμείς απαντάμε ότι η κοινωνική καταγωγή των αστυνομικών -όπως και των ληστών, φυσικά, αλλά και οποιουδήποτε άλλου- ελάχιστα μας απασχολεί, εφόσον τέτοιου είδους κριτήρια δεν προέρχονται από κάποια σοβαρή ανάλυση, αλλά από έναν χυδαίο υλισμό που κρίνει τις πράξεις βάσει του έχειν, παραβλέποντας το γεγονός ότι οι άνθρωποι -και οι πρακτικές τους- δεν είναι ούτε το αποτέλεσμα στενά οικονομικών δεδομένων, ούτε βέβαια μπορούν να κριθούν μονοσήμαντα απ’ αυτά. Διότι, έτσι αγνοούμε ότι ταυτοχρόνως είμαστε και φορείς ιδεών, επιθυμιών και αξιών, οι οποίες απωθούνται βίαια από την πρώτη κιόλας στιγμή που (σο)δομείται ο ψυχισμός των ατόμων αυτής της κοινωνίας. Επιπλέον, το επιχείρημα αυτό παραμένει φαιδρό ακριβώς διότι παραβλέπει ότι άνθρωποι που έχουν -με υλικούς όρους- εξασφαλισμένη τη ζωή τους, αποφασίζουν να απαρνηθούν τον κομφορμισμό που εδώ και δεκαετίες καλλιεργείται ως ζητούμενο και να ρισκάρουν την ελευθερία τους, αλλά ακόμη και την ίδια τους τη ζωή, για τα ιδανικά τους.

23203_1

 

Άλλωστε έχει παρέλθει η εποχή όπου τα λαϊκά στρώματα ήταν φορείς πολιτικών και κοινωνικών αξιών που σήμαιναν κάτι για όποιον υπερασπίζεται το δημοκρατικό κίνημα. Αρκεί μια ματιά γύρω μας για να το καταλάβουμε: το στρουμπουλό μουσάτο αγόρι με το αετίσιο βλέμμα, που δικηγορεί υπέρ μαφιόζων και λαθρεμπόρων και είναι ο εξ απορρήτων του πρωθυπουργού, είναι γέννημα-θρέμμα κορυδαλλιώτης και περήφανος για την λαϊκή του καταγωγή, την οποία φροντίζει με κάθε ευκαιρία να υπενθυμίζει (μέσω του προκλητικού και προσποιητού του αντιδιανοουμενισμού του ή του φλερτ με τον αγοραίο σεξισμό και τα χειρότερα κλισέ του λαϊκισμού)∙ λαϊκά παιδιά είναι επίσης ο Μαζωνάκης, ο ΛΕΠΑ, ο σταλινογκάνκστα καραγκιόζης, Ν. Βουρλιώτης με τον υπασπιστή του, ράπερ-πωλητή λαϊκής αγοράς «Ισορροπιστή», ο Τάκης Τσουκαλάς, ο γιος ταξιτζή Πέτρος Κωστόπουλος και όλος αυτός ο εσμός που λυμαίνεται την πολιτιστική ζωή της χώρας εδώ και δεκαετίες. Αυτή η λούμπεν και παρηκμασμένη λαϊκότητα συνιστά στήριγμα του σημερινού κοινωνικού οικοδομήματος και, ως εκ τούτου, συγκαταλέγεται στους αντιπάλους κάθε προτάγματος δημοκρατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Δε βλέπουμε για ποιο λόγο, μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η συγκεκριμένη λαϊκότητα έχει απαραίτητα θετικό πρόσημο.

Η πατερναλιστική θυματοποίηση

Το δεύτερο βασικό σχήμα που αρθρώνει τις ψυχαναλυτικές μας αντιστάσεις απέναντι στην πράξη των τεσσάρων ληστών και -κυρίως, σε αυτήν την περίπτωση- των γονέων τους είναι μια ύπουλη προσπάθεια να παρουσιαστεί το συμβάν ως η ατυχής εξέλιξη μιας λανθασμένης ανατροφής, ως μια νεανική υπερβολή τεσσάρων «παιδιών» τα οποία εγκαταλείφθηκαν στη μοίρα τους από τους γονείς και την κοινωνία. Αυτή η υποτιθέμενα «παιδαγωγική» αντίληψη του συμβάντος, η οποία αρνείται στους δρώντες τη δυνατότητα επιλογής και ανάληψης της ευθύνης της πράξης τους, καθίσταται ακόμα πιο ύποπτη από τη στιγμή που οι τέσσερις αναρχικοί έχουν ευθύς εξ αρχής υποστηρίξει ότι αναλαμβάνουν συνειδητά (σε επίπεδο μάλιστα αυτοενοχικής παράνοιας) την πολιτική ευθύνη της πράξης τους, τονίζοντας πως ούτε μήνυση για τα βασανιστήρια δε θα κάνουν, εφόσον κάτι τέτοιο απλώς θα συνέτεινε στη θυματοποίησή τους. Αυτό στο οποίο μας οδηγεί αυτή η πατερναλιστική στάση είναι η στέρηση της δυνατότητας να έχουμε ως πολιτική επιλογή τη βίαιη αντίσταση στις υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες: όχι, τα «παιδιά» δεν είναι (και δεν πρέπει να είναι) φορείς ώριμης σκέψης, δεν είναι ικανά για πολιτικές επιλογές και αποφάσεις∙ τα ίδια είναι αθώα και άσπιλα, για να έχουν τέτοιες κακές και διεστραμμένες σκέψεις πρέπει κάτι να μην έχει πάει καλά με την ανατροφή τους, πρέπει σίγουρα να συνιστούν συμπτώματα της κακοδαιμονίας της κοινωνίας που τα γέννησε.

Τούτες οι αντιλήψεις, όντας μήτρες του κυνισμού της εποχής μας, δεν είναι παρά απόπειρες  πολιτικοποίησης του lifestyle, όπου, μπροστά στο φόβο της ηθικής ωριμότητας ορισμένων πράξεων -ειδικότερα όταν οι ίδιοι οι φορείς τους με υποδειγματική ωριμότητα αναλαμβάνουν την ευθύνη- ανασύρονται διαφόρων ειδών τεχνικές «αντιγήρανσης». Πρόκειται γι’ αυτό το γενικευμένο άγχος του να ωριμάσουμε για το οποίο μιλούσε ο Λας, και κατ’ επέκταση να δούμε και τους υπόλοιπους αντίστοιχα ως ώριμους και ίσους απέναντί μας. Παράλληλα, αυτό το modus vivendi για την καταπολέμηση της ρυτίδας, έχοντας οριοθετήσει σε κανονικότητα την επισφαλή εργασία, τη δια βίου μάθηση και την κουλτούρα του gadget ως συνθήκες ζωής που θα μας κρατήσουν για πάντα «νέους» (βλ. συνταξιοδότηση στα 75 και αν!), μπορεί να μετατρέπεται σε τελευταίο καταφύγιο του παιδαγωγικού πατερναλισμού προσπαθώντας να νομιμοποιήσει τα βασανιστήρια ως αναγκαίες πατρικές σφαλιάρες ή μερικές γονικού τύπου «ψιλές» προς συμμόρφωση.

419686_330989273671815_459934106_n

Αυτή η δήθεν παιδαγωγική-κοινωνιολογική οπτική, που στην πραγματικότητα είναι ουσιωδώς θυματοποιητική, εφόσον μας παρουσιάζει τα τέσσερα «παιδιά» ως απλά θύματα του κοινωνικού τους περιγύρου, ως όντα δίχως την παραμικρή βούληση και προσωπική κρίση, ως έρμαια των κοινωνικών συνθηκών, παίρνει δύο μορφές: την καθαρά συντηρητική/αυταρχική («μαλακισμένα των Βορείων Προαστίων που τίποτε δεν τους έλλειψε στη ζωή», «ορίστε πώς μεγαλώνουν τα παιδιά τους οι πλούσιοι» κ.λπ.) και την εμμέσως συντηρητική/φιλελεύθερη (την οποία εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο η στάρλετ της πέννας και φωνή της Αθήνας, Σ. Τριανταφύλλου): το συμβάν αυτό είναι συνέπεια της κουλτούρας βίας και ανομίας που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία, όπως επίσης και της αρρωστημένης σχέσης ατόμου-οικογένειας που διαπλάθεται από την εν λόγω κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση, το συμβάν διαγράφεται ως πολιτικό γεγονός και η πολιτική απόρριψη της υπάρχουσας κοινωνίας παρουσιάζεται ως προϊόν παθολογικής συμπεριφοράς.

Και η ανάλυση αυτή καθίσταται ακόμα πιο άσχετη και «ιδεολογική», αν αναλογιστούμε ότι η υπόθεση των αναρχικών ληστών συνιστά ένα πολύ ωραίο παράδειγμα έμπρακτης κριτικής των αντιδραστικών πλευρών του θεσμού της οικογένειας. Γονείς που υποστηρίζουν την αυτονομία και την αυτενέργεια των παιδιών τους, τις πολιτικές επιλογές και τις θέσεις τους και οι οποίοι ούτε να τους θυματοποιήσουν προσπαθούν αλλά ούτε και αποπειράθηκαν ποτέ να κλαφτούν στα κανάλια και τα ΜΜΕ για χάρη των παιδιών τους, παρουσιάζοντάς τα ως απολωλότα πρόβατα, έρχονται σε κάθετη αντίθεση με τον ευνουχιστικό υπερπροστατευτισμό που χαρακτηρίζει την τυπική στάση των γονέων στα πλαίσια της νεοελληνικής οικογένειας.

Φυσικά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, καθώς η επιλογή των νεαρών ληστών να αναλάβουν το ρόλο των «επαναστατών» συνδέεται με το κενό νοήματος που χαρακτηρίζει την εποχή μας και τις δυσκολίες που αυτό μας θέτει στη συγκρότηση της πολιτικής μας ταυτότητας. Ωστόσο αυτό ισχύει για το σύνολο της σημερινής κοινωνίας, οπότε δεν αφαιρεί κάτι από τη συνειδητότητα της επιλογής των τεσσάρων αναρχικών. Καθορίζει μεν την ιδεολογική προσκόλληση στις επιλεγμένες αρχές, όχι όμως και την ίδια την πολιτική επιλογή και την απόρριψη της υπάρχουσας κοινωνίας.

Ας μιλήσουμε για αξιακά συστήματα…

Τα πιο φλογερά μέρη στην κόλαση προορίζονται για εκείνους που,  σε καιρούς μεγάλης ηθικής κρίσης, διατήρησαν την ουδετερότητά τους.

Dante Alighieri

Σε κάθε περίπτωση, η συγκυρία μας δίνει την ευκαιρία να ξεκαθαρίσουμε κάπως τις απόψεις μας γύρω από αυτά τα ζητήματα, πετώντας οριστικά στους περίφημους ΧΥΤΑ της Ιστορίας όλα αυτά τα μουχλιασμένα ιδεολογικοπολιτικά σχήματα. Και δεν είναι τυχαίο που μπροστά σε μια τέτοια κοινωνική στιγμή, οπότε και τα διλήμματα τίθενται, άξαφνα, με τρόπο καθαρό και κρυστάλλινα διαυγή, απαιτώντας μας να πάρουμε θέση, οι διάφοροι εστέτ μικροαστοί σηκώνουν την παντιέρα της «αντικειμενικότητας» και της αξιολογικής ουδετερότητας (του κώλου, πάντα!), στο όνομα της ψυχραιμίας και της αποφυγής της κοινωνικής ζουγκλοποίησης. Ταυτόχρονα, οι διάφοροι λεβέντες που παπαρολογούσαν υπέρ του κρεμάσματος «δωσιλόγων» στο Σύνταγμα τώρα κάθονται σούζα και τα βάζουν όχι πια με τους «τραπεζίτες και τα λαμόγια» αλλά με τους αντικειμενικά ανίσχυρους. Όπως μας το έχει δείξει τόσες φορές η πρόσφατη ιστορία του Γένους, ο λεκτικός κολοκοτρωνισμός μόνο με τον «Γιωργάκη» έδειχνε την μαγκιά του, τώρα με τη Δεξιά του χωροφύλακα πήγε περίπατο.

Λαός και Κολωνάκι

Όπως είδαμε και πιο πάνω, σήμερα η κοινωνική και ταξική καταγωγή των πολιτικών υποκειμένων μόνο δευτερευόντως παίζει ρόλο. Ειδικά στην Ελλάδα, η οποία ποτέ δεν είχε μια ταξική δομή ανάλογη με των δυτικών χωρών, όπου οι παλιοί αριστοκρατικοί και -κυρίως- αστικοί κώδικες και η κληρονομιά τους διαχώριζαν και συνεχίζουν ακόμα και σήμερα να διαχωρίζουν τη συμπεριφορά των μελών των ανώτερων τάξεων από αυτή των κατώτερων, σε επίπεδο καθημερινής συμπεριφοράς. Πολλώ δε που ακόμα και στη Δύση αυτές οι διαφορές είναι πλέον μόνο πολιτιστικού τύπου με τη στενή έννοια του όρου (τα μέλη των λαϊκών τάξεων, π.χ., είναι πιο αυθόρμητα και συμπαθή, λιγότερο επηρμένα και σοβαροφανή). Αυτό, λοιπόν, που έχει σημασία είναι η πολιτική τοποθέτηση του καθενός και της καθεμιάς μας.

Κάτι που φυσικά δε σημαίνει ότι πρέπει να ανεχόμαστε τον κάθε πλούσιο μεγαλοδημοσιογράφο τύπου Τράγκα να πουλάει λαϊκισμό και αγοραίο αντινεοφιλελευθερισμό. Εννοούμε, αντίθετα, ότι οι πολιτικές απόψεις δε μπορούν πλέον, σε καμία περίπτωση, να εξαχθούν αποκλειστικά από την κοινωνική καταγωγή κάθε ατόμου ή ομάδας. Και αυτό δεν έχει σημασία τόσο για τις ανώτερες τάξεις, όσο για τα λαϊκά στρώματα: διότι εκεί είναι που την πατάει η αριστερά και οι αναρχικοί, που συνεχίζουν -και θα συνεχίζουν αιωνίως, όπως φαίνεται- να αναζητούν τα σπέρματα μιας μελλοντικής επανάστασης, ή, έστω, εξέγερσης, στης «γης τους κολασμένους», στα «φτωχά λαϊκά στρώματα» ή ακόμα και στις πιο λουμπενοποιημένες κοινωνικές κατηγορίες.

Όπως όμως έχουμε δει, οι συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες -όπως κι η υπόλοιπη κοινωνία, γενικότερα- εδώ και αρκετές δεκαετίες έχουν χάσει κάθε πολιτική συνείδηση και αυτό που βασικά τις ενδιαφέρει είναι η πρόσβαση στο εμπόρευμα και η προσπάθεια κοινωνικής ανόδου, με σκοπό τη σταθεροποίηση της θέσης τους μέσα στην κοινωνία της κατανάλωσης. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τους «απόκληρους» των αγγλικών μεγαλουπόλεων που, πριν δύο καλοκαίρια, έκαναν μαζικές επιδρομές στις βιτρίνες των πολυκαταστημάτων ίσως να μην υπάρχει. Η εν λόγω εξεγερσιακή συμπεριφορά ήταν απλώς η έκφραση του δαιμονικού άγχους που διακατέχει τους «αποκλεισμένους καταναλωτές», όπως λέει και ο Ζ. Μπάουμαν. Σε καμία περίπτωση δεν εμφανίστηκε έστω και υπό σπερματική μορφή μια δημοκρατική αμφισβήτηση της κυρίαρχης κοινωνικής θέσμισης. Το ότι, μέχρι μια ιστορική περίοδο, τα λαϊκά στρώματα γεννούσαν δημοκρατικά πολιτικά κινήματα δε σημαίνει ότι αυτό θα συμβαίνει στον αιώνα τον άπαντα. Οι κοινωνίες αλλάζουν και μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του καπιταλισμού είναι ότι, μέσω της σταδιακής δημιουργίας της κοινωνίας της κατανάλωσης, κατάφερε να καθυποτάξει φαντασιακά και να «ενσωματώσει» την εργατική τάξη, η οποία πλέον δεν έχει κανένα επαναστατικό προνόμιο. Η έφεση με την οποία η ακροδεξιά και λαϊκοδεξιά ρητορική χρησιμοποιούν το μοτίβο των καλών φτωχών ίσως μας δίνει επιτέλους την ευκαιρία να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας επί του θέματος και να δούμε τα πράγματα με κάποια μεγαλύτερη διαύγεια, απορρίπτοντας αυτήν την επί της ουσίας χριστιανική συμπάθεια προς οποιονδήποτε είναι φτωχός, ανεξαρτήτως της πολιτικής και κοινωνικής του στάσης. Φυσικά και ως άνθρωποι που είμαστε υπέρ της ισότητας βλέπουμε πάντοτε με μια έμφυτη συμπάθεια τα θύματα κάθε είδους ανισότητας και εκμετάλλευσης: σε καμία όμως περίπτωση κάτι τέτοιο δεν πρέπει να μας κάνει να τα θεοποιούμε ή να παραβλέπουμε τις πιθανές ευθύνες τους στη διαιώνιση των ανισοτήτων.

Καμία δουλειά δεν είναι ντροπή, εκτός από του μπάτσου και του βουλευτή

308019_340343616069714_223780761_n

Εν ολίγοις -για να το πούμε λαϊκά!- να πάνε να γαμηθούνε τα φτωχά παιδιά που γίνονται αστυνομικοί και δη μέλη των Σωμάτων Ασφαλείας. Αν δεν έχουν τη στοιχειώδη νοημοσύνη να σκεφτούν ότι μεθαύριο θα τους στείλουν να βαράνε τους συνταξιούχους γονείς τους και τους άνεργους φίλους και παλιούς συμμαθητές τους, τότε ή είναι βλάκες, και άρα τίθενται εκ των πραγμάτων εκτός πολιτικής συζήτησης, ή είναι κυνικοί μικροσυμφεροντολόγοι που, ως τέτοιοι, έχουν κάνει, συνειδητά ή ασυνείδητα, τις επιλογές τους και εμμέσως αναγνωρίζουν ότι πιθανόν να χρειαστεί να υποστούν και τις όποιες συνέπειες γι’ αυτές τους τις επιλογές. Όπως οι αναρχικοί ληστές έκαναν τις δικές τους, έτσι και οι μικροαστοί ή τα «λαϊκά παιδιά» που επιλέγουν να γίνουν αστυνομικοί, έχουν επιλέξει έναν τρόπο ζωής για τον οποίο ενδεχομένως να χρειαστεί κάποτε να λογοδοτήσουν.

Καμία πολιτική συζήτηση δεν είναι δυνατή αν δεν αναγνωρίζουμε στα κοινωνικά υποκείμενα έστω μια ελάχιστη υπευθυνότητα και ελευθερία βούλησης∙ αν τα πάντα -διότι πολλά όντως είναι- προϊόν του «κοινωνικού περιγύρου», τότε κανείς δε φταίει ποτέ, κανείς δεν έχει να λογοδοτήσει σε κανέναν για τις απόψεις και τις πράξεις του και μπορούμε πλέον να περιμένουμε τη χάρη του Θεού να μας φωτίσει και να μας πει τι πρέπει να κάνουμε και να πιστεύουμε.

Αν στην περίπτωση των τεσσάρων αναρχικών αυτή η προσέγγιση παίρνει μια φιλανθρωπική-χριστιανική χροιά, με σκοπό να πνίξει τον πολιτικό χαρακτήρα της πράξης τους, στην περίπτωση των αστυνομικών έχει ως στόχο να τους αθωώσει και να τους προστατέψει από κάθε πιθανή κριτική. Όταν όμως οι αστυνομικοί επιδίδονται στα αγαπημένα τους σπορ (εμπόριο λευκής σαρκός και ναρκωτικών, κατάχρηση εξουσίας, τραμπούκικες και μαφιόζικες πρακτικές και γενικότερη αυθαιρεσία και παράβαση καθήκοντος), οι διάφοροι αρθρογράφοι κάνουν τις πάπιες Πεκίνου: μας βάλανε πρωτοσέλιδα την ανεκδιήγητη «αγρότισσα μάνα αστυνομικού» με το πλακάτ, αλλά το 2008 δεν είδαμε κανέναν από αυτούς τους μικροαστείους να μας κάνουν αναλύσεις για το πώς ανέθρεψε το παιδί της η μάνα του Κορκονέα.

…και ας καταδικάσουμε τη βλακεία απ’ όπου κι αν προέρχεται!

Άλλο ένα ιδεολογικό σχήμα που εξυπηρετεί την ψυχολογική μας αντίσταση απέναντι στην αναγκαιότητα να πάρουμε θέση απέναντι στα δημόσια πράγματα είναι και η γνωστή παπαριά -διότι περί παπαριάς, πλήρως ανιστόρητης και ατεκμηρίωτης, πρόκειται- «καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται». Φυσικά αυτό το σλόγκαν το κραδαίνουν με κουτοπονηριά και δόλο οι εκάστοτε πολιτικοί ή δικτάτορες, προκειμένου να αφαιρούν το ηθικό χαλί κάτω από τα πόδια των πολεμίων τους. Εφόσον, σου λέει, εμείς, ως κράτος, έχουμε το «νόμιμο μονοπώλιο της βίας», η δικιά μας βία δε μετράει, είναι εκ των ων ουκ άνευ∙ άρα, αν καταδικάσουμε τη βία γενικώς, αυτόματα απονομιμοποιούμε ηθικά τη βία (με ή χωρίς εισαγωγικά) που αντιτίθεται στις πολιτικές μας. Προφανώς εδώ δε μας ενδιαφέρει η ρητορεία των πολιτικάντηδων και των φίλων τους στα ΜΜΕ, αλλά όλοι αυτοί οι χρήσιμοι -ή απλώς- ηλίθιοι που βγαίνουν και παίρνουν στα σοβαρά αυτές τις προπαγανδιστικές διακηρύξεις.

Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, είναι ότι η πολιτική απάθεια των κοινωνιών μας, αλλά και ο γενικευμένος ευδαιμονισμός που τις χαρακτηρίζει, έχουν δημιουργήσει έναν τύπο ανθρώπου μαλθακό και «λαπά», ο οποίος έχει πλήρως ξεχάσει ότι αν η ανθρωπότητα κατάφερε να κάνει ορισμένα βήματα «εμπρός» κατά τους τελευταίους αιώνες (χάρις, άλλωστε, στα οποία, ο εν λόγω λαπάς συνκαταναλωτής μας μπορεί να ασχολείται ήσυχος με την αποβλάκωσή του), αυτό συνέβη χάρις στη «βία» που άσκησαν οι εκάστοτε καταπιεζόμενες ομάδες, προκειμένου να αναγκάσουν όσους είχαν την εξουσία να τους αναγνωρίσουν δικαιώματα, εξουσίες και ελευθερίες. Προφανώς στο όνομα αυτών των αγώνων διαπράχθηκαν και σφαγές, ενώ απελευθερώθηκαν εντελώς αδικαιολόγητες, από πολιτική σκοπιά, έχθρες, μίση και αντιπαλότητες. Ωστόσο, η αναγνώριση αυτού του γεγονότος -ειδικά με την εμπειρία των ολοκληρωτικών καθεστώτων και το απόλυτο Κακό που ενσάρκωσε η οργανωμένη φρικωδία τους- έχει καταστεί πλέον μονομανία και έχει εξαλείψει κάθε μνήμη κοινωνικών συγκρούσεων και αγώνων που χρησιμοποίησαν βία, χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να οδηγηθούν σε τέτοιες καταστάσεις (ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, το εργατικό κίνημα του 19ου αιώνα). Κι έτσι έχουμε καταντήσει να φοβόμαστε και τη σκιά μας και να θεωρούμε τα πάντα ως «βία», δηλαδή ως προπομπούς μιας κοινωνικής σύγκρουσης που θα φέρει το χάος και τις μαζικές σφαγές.

Αυτή όμως η μετατροπή του πασιφισμού σε ύψιστο πολιτικό ορίζοντα μας έχει καταστήσει  εντελώς τυφλούς και τυφλές απέναντι στην πραγματικότητα. Διότι, τελικά, φτάνουμε να αναγνωρίζουμε και να δεχόμαστε κάθε είδους βία των «από πάνω», στο βαθμό που (υποτίθεται ότι) «μας» προστατεύει από τις οργανωμένες μειοψηφίες και τα πολιτικά «άκρα» που θέλουν να καταλύσουν την κατάσταση ευμάρειας και καταναλωτικής αποχαύνωσης στην οποία ζούσαμε μέχρι πρόσφατα (και την οποία πιστεύουν οι περισσότεροι πως θα μπορέσουν να αναστήσουν ο Σαμαράς με τον Φαήλο). Αυτή όμως η στάση είναι ηθικά πρόστυχη και ιδιαιτέρως ποταπή.

Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι, σε τελική ανάλυση, ο πασιφισμός είναι ένα βαθύτατα εγωκεντρικό και ναρκισσιστικό ιδεολογικό σχήμα. Πρόκειται για πράγματα γνωστά, δεν ανοίγουμε εδώ κανένα νέο επιστημονικό πεδίο. Ο Μαξ Βέμπερ το εξέφρασε μια για πάντα, όταν μιλούσε για την περίφημη «ηθική της πεποίθησης»: αυτό που μας νοιάζει δεν είναι να έχουμε μια υπεύθυνη θέση απέναντι στα πράγματα, παρά μόνο να σώσουμε το ιδεολογικό μας σχήμα, εν ανάγκη κλείνοντας τα μάτια απέναντι στον ανθρώπινο πόνο ή την αδικία. Από τη στιγμή που ούτε ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι ορθολογικός ή αγγελικά πλασμένος αλλά ούτε και οι πασιφιστές μας είναι άγιοι, η λογική των ίσων αποστάσεων το μόνο που καταφέρνει είναι -αντικειμενικά και αναγκαστικά- να γίνεται άλλοθι του εκάστοτε ισχυρού.

Αν τα πάντα είναι «βία», από τη μούντζα και το γιαούρτι στον πολιτικό ή τον ματατζή μέχρι τη σφαίρα του Κορκονέα, το ξύλο και τα βασανιστήρια στον Κύπριο φοιτητή (υπόθεση «ζαρντινιέρα») και στους τέσσερις αναρχικούς, από το ξυλοφόρτωμα ενός χρυσαυγίτη από τους αναρχικούς μέχρι το θανατηφόρο μαχαίρωμα ενός μετανάστη, από τις πέτρες και τις μολότοφ των τυνήσιων και αιγύπτιων διαδηλωτών μέχρι τις σφαίρες και τα τανκς του Μουμπάρακ, του Μορσί και του Μπεν Αλί, τότε, προφανώς, αυτοί που βγαίνουν λάδι είναι η αστυνομική βία, ο δολοφονικός συμμοριτισμός της Χρυσής Αυγής, ο χουλιγκάνος Πρετεντέρης, οι διάφοροι δικτάτορες αλλά και ο εκάστοτε ισχυρός απέναντι σε όσους του αντιστέκονται. Τελικά είχαν δίκιο οι ναζί όταν έκαιγαν ολόκληρα χωριά ως αντίποινα για τη δολοφονία ενός μόνο αξιωματικού ή στελέχους των SS: η δολοφονία του Χάιντριχ από τους Τσέχους αντιστασιακούς είναι το ίδιο αιμοσταγής, αποτρόπαια και φρικαλέα με τη σφαγή στο Δίστομο ή το κυριολεκτικό σβήσιμο του Λίντιτσε από τον χάρτη. Βία το ένα, βία και το άλλο.

Η  καταισχύνη των «διανοούμενων»

Φυσικά, αν όλες αυτές οι γελοίες αναλύσεις έχουν μετατραπεί σε απόψεις, τις οποίες πιστεύει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, άνθρωποι κατά τα άλλα τίμιοι και ειλικρινείς (και λίγο αφελείς, φυσικά), αυτό το χρωστάμε σε όλο αυτό το κοινωνικό στρώμα των διανοούμενων/αρθρογράφων γνώμης/μεγαλοδημοσιογράφων, οι οποίοι ειδικεύονται στο να αποδίδουν κύρος και φιλοσοφική άλω στις παπαρολογίες των πολιτικών και της τηλεόρασης. Έτσι, από τον πολιτικό που σκόπιμα πιπιλάει την παστίλια για την «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», ενώ την ίδια στιγμή προωθεί πολιτικές «μηδενικής ανοχής», περνάμε στον ειλικρινή πασιφιστή μύωπα που αδυνατεί να δει ότι η αντι-βίαιη εμμονή του είναι το συμμετρικά αντίθετο της βιαιολαγνείας των «μπαχαλάκηδων» η οποία τον στοιχειώνει.

Θα μπορούσαμε, αρκετά σχηματικά, να πούμε ότι, μέσα στα νεοτερικά πλαίσια, το επίπεδο πολιτικής και κοινωνικής υγείας μιας κοινωνίας και η ένταση του πολιτιστικού της σφρίγους, φαίνονται, μεταξύ πολλών άλλων, και από τη διανοητική της παραγωγή, από την εμφάνιση συγγραφέων οι οποίοι παίρνουν τον λόγο και τοποθετούνται κριτικά απέναντι στους κατεστημένους θεσμούς και τις παραδεδομένες συνήθειες και κοινωνικές πρακτικές. Το ότι διάγουμε, σε παγκόσμιο επίπεδο, μια περίοδο παρακμής είναι γνωστό. Το ότι στην Ελλάδα δεν αναπτύχθηκε ποτέ μια στερεή παράδοση κοινωνικής κριτικής είναι επίσης γνωστό. Ωστόσο, αυτό που βλέπουμε τα τελευταία τρία χρόνια δεν έχει προηγούμενο: παρατηρούμε μια άνευ προηγουμένου αυτοακύρωση των διανοούμενων, μια αηδιαστική συστράτευση με την Εξουσία και τα κυρίαρχα συμφέροντα, έναν ιστορικής σημασίας αυτοεξευτελισμό των φορέων του λειτουργήματος της κοινωνικής κριτικής. Όχι απλώς μια ενδεχομένως ψευτοελιτίστικη σιωπή και απουσία, αλλά μια ενεργητική συμπόρευση με το Κακό.

Δεν είναι μόνο ο θεωρητικός των καταστασιακών και μεταφραστής του Χένρι Μίλλερ, Γ. Ι. Μπαμπασάκης, που έχει μετατραπεί σε πατσαβούρα για να μαζεύει τα σάλια που τρέχουν από το στόμα του αρχομανή Ε. Βενιζέλου (μαζί με γνωστούς ρυπώδεις αστέρες του εγχώριου λογοτεχνικού σταρ σύστεμ τύπου Χωμενίδη)∙ δεν είναι μόνο οι αποτυχημένοι μικροϊμπρεσάριοι που σταβλίζονται στο μεγάλο μνημονιακό -και πρώην παλαιοπασοκικό- χοιροτροφείο των Νέων (Η. Κανέλλης, Μ. Μητσός, Τ. Θεοδωρόπουλος κ.λπ.) ή τα αστέρια των διάφορων free press, όχι δεν είναι ούτε απλά οι διάφοροι εξωγήινοι τουρίστες τύπου Ν. Δήμου και Στ. Ράμφου ή ο πεθαμένος Γιανναράς.

Είναι όλα αυτά μαζί αλλά και κάτι βαθύτερο, το οποίο παράγει αυτές τις παρακμιακές καταστάσεις: είναι μια βαθιά απροθυμία να αναμετρηθούμε με τα φλέγοντα προβλήματα της εποχής, μια απέχθεια προς την ανάγκη κριτικής και σύγκρουσης με ορισμένες καταστάσεις, ένα σύνδρομο που οδηγεί στο σύμπτωμα αυτής της ασυνάρτητης αερολογίας, η οποία ακόμα κι όταν κάνει ενδιαφέρουσες ή ορθές επί μέρους παρατηρήσεις ή αναλύσεις, χάνει πάντοτε αυτό που είναι κρίσιμο και ουσιαστικό. Εδώ δεν αναφερόμαστε στους διάφορους αριβίστες και οπορτουνιστές που βρίσκονται νυχθημερόν σε διατεταγμένη και καλοπληρωμένη υπηρεσία από τα αφεντικά τους (όπως οι επώνυμοι μεγαλοαρθρογράφοι γνώμης), αλλά στους πιο αφελείς, που παρά την όποια (προ)διάθεση για ανάλυση της επικαιρότητας, στερούνται της οποιαδήποτε όρεξης ή οξυδέρκειας να αντιληφθούν το σημερινό πολιτικό διακύβευμα, τα επείγοντα ζητήματα που αυτό βάζει και την ανάγκη για σύγκρουση με τη σαπίλα που έχει ανατείλει. Η έλλειψη σοβαρών διανοούμενων της αριστεράς απλώς επιδεινώνει την κατάσταση και επιτρέπει σε αυτές τις υποπεριπτώσεις να μονοπωλούν το δημόσιο λόγο.

Έτσι, όταν μπροστά στον πολιτικοπολιτιστικό βόρβορο του Φαΰλου και τους ουρακοτάγκους του Μιχαλολιάκου εσύ κάνεις υψηλή φιλοσοφία της κακιάς ώρας, τότε είναι Φαήλιου φαεινότερο ότι είσαι συνυπεύθυνος -δίχως το παραμικρό ελαφρυντικό- για την ακροδεξιά πολιτική στροφή και την παράδοση στην πολιτιστική εξαχρείωση που ρημάζει την έτσι κι αλλιώς ζοφερή καθημερινότητα. Όταν είσαι διανοούμενος με δυτική παιδεία και, κατά συνέπεια, μπορείς να καταλάβεις κάτι παραπάνω από τους αμόρφωτους κατσαπλιάδες της εγχώριας πολιτικής ολιγαρχίας για τον φασισμό, αλλά, παρ’ όλα αυτά, κάνεις τον κινέζο και σιωπάς, μιλώντας για τον «εξτρεμιστή» ΣΥΡΙΖΑ και τα «κόκκινα τάγματα εφόδου», τότε είσαι αναξιοπρεπής και δούλος μέχρι τον μυελό των οστών σου.

Οι σημερινοί ζοφεροί καιροί απαιτούν την αντίστοιχη αποφασιστικότητα και θέληση όχι μόνο για να συγκρουστούμε με όσα μας καταδυναστεύουν αλλά και για να υπερασπιστούμε την απειλούμενη αξιοπρέπειά μας. Γι’ αυτό και σε ό,τι αφορά τις ευθύνες του καθενός και της καθεμιάς, πιστεύουμε πως κάποια πράγματα πρέπει να λέγονται με το όνομά τους. Στην υπαρκτή φαηλοκρατία, το -μέχρι πρόσφατα νεορομαντικό- σύνθημα «να μη ζήσουμε σα δούλοι» καθίσταται το κεντρικό πολιτικό στοίχημα για το άμεσο μέλλον.

Για τον Άλφρεντ Άντλερ

 

 

Ο Άλφρεντ Άντλερ (1870 -1937) ήταν αυστριακός ιατρός και ψυχολόγος, ιδρυτής της σχολής της ατομικής ψυχολογίας. Σε συνεργασία με τον Σίγκμουντ Φρόυντ και μία μικρή ομάδα συνεργατών του τελευταίου, ο Άντλερ ήταν μεταξύ των συνιδρυτών του ψυχοναλυτικού κινήματος. Μαθητής του Φρόυντ, εξέφρασε δικές του ανεξάρτητες απόψεις για το πρόβλημα των νευρώσεων. Έτσι, δέχτηκε μεν την άποψη ότι υπάρχουν ασυνείδητες δυνάμεις που συμμετέχουν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς και της προσωπικότητας γενικά του ατόμου, απέρριψε όμως τις απόψεις του δασκάλου του σχετικά με το περιεχόμενο του ασυνείδητου και την παντοδυναμία της libido.

Ο Άντλερ διαφωνούσε με τον Φρόυντ σε δύο σημεία : Πρώτον, θεωρούσε σημαντικό το ρόλο της επιθετικότητας και των κοινωνικών παραγόντων στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Δεύτερον, αμφισβήτησε τη γενετήσια ορμή ως πρωταρχικό κίνητρο δραστηριότητας. Πριν ακόμα συναντήσει τον Φρόυντ,  ο  Άντλερ είχε υποστηρίξει δύο βασικές θέσεις: 1. κάθε άτομο διαμορφώνεται μέσα από το κοινωνικό του περιβάλλον 2. η ψυχή και το σώμα βρίσκονται σε απόλυτη αλληλεξάρτηση, αλληλοσυμπληρώνονται και ολοκληρώνονται μέσα στο αδιαίρετο άτομο.

Ατομική Ψυχολογία

Η θεωρία ανάλυσης της προσωπικότητας και η μέθοδος ψυχοθεραπείας που ανέπτυξε ο Άντλερ, ονομάστηκε ατομική ψυχολογία, γιατί θέλει να τονίσει τη σημασία της προσωπικότητας. Μελετά το άτομο, δηλαδή αυτό που δε διαιρείται, δεν τέμνεται. Θεωρεί το άτομο ως ένα ενιαίο σύνολο, στο οποίο ολοκληρώνονται οι σωματικές, ψυχολογικές και κοινωνικές διαδικασίες. Στην ανάπτυξη της θεωρίας της Ατομικής Ψυχολογίας συνέβαλαν οι: Seneca, Ηράκλειτος, Ιπποκράτης, Γαληνός, Pestalozzi, Kant, Nietzsche, Marx, Dilthey, Spranger, Vaihinger, Bergson, James, Dewey.

Βασικοί Άξονες:

1. Κοινωνικές ορμές: Η ανθρώπινη συμπεριφορά υποκινείται κύρια από κοινωνικές ορμές. Το άτομο χρησιμοποιεί κληρονομικότητα και περιβάλλον στη διαμόρφωση και εκδήλωση της συμπεριφοράς του.

2. Δημιουργικός εαυτός: Αποτελεί ένα ιδιαίτερο, εξατομικευμένο-υποκειμενικό σύστημα, που επεξεργάζεται και ερμηνεύει τις εμπειρίες του οργανισμού και αναζητεί νέες εμπειρίες, ικανές να συμβάλλουν στην ολοκλήρωση του στυλ ζωής που θα επιλέξει το άτομο.

3. Μοναδικότητα της προσωπικότητας του ατόμου: Αναφέρεται σε έναν ατομικό, μοναδικό σχηματισμό – διαμόρφωση των κινήτρων, χαρακτηριστικών, ενδιαφερόντων και αξιών του ατόμου και στην προετοιμασία του για δράση, που αντικατοπτρίζει το δικό του, μοναδικό, διακριτικό στυλ ζωής.

4. Ψυχολογία προσανατολισμένη στο Εγώ: Τοποθέτηση της συνείδησης στο κέντρο της προσωπικότητας του ατόμου (στην κλασσική ψυχαναλυτική σκέψη κυριαρχούσε το ασυνείδητο). Ο άνθρωπος έχει συνείδηση των λόγων της συμπεριφοράς του, των σημείων στα οποία είναι κατώτερος, και των στόχων για τους οποίους μάχεται στη ζωή του, και είναι ικανός να σχεδιάζει και να καθοδηγεί τις πράξεις του, έχοντας συνείδηση του νοήματός τους για την αυτοπραγμάτωσή του.

Οι θέσεις του θα μπορούσαν να συνοψιστούν σχηματικά στα εξής :

Στον άνθρωπο υπάρχει η έμφυτη τάση για επιβολή. Η τάση αυτή προσκρούει στην αδυναμία του ατόμου, την οποία συναισθάνεται αλλά και αντιλαμβάνεται από τις καθημερινές του εμπειρίες. Έτσι , παράλληλα με την τάση για επιβολή , αναπτύσσεται στην περιοχή του ασυνείδητου ένα συναίσθημα μειονεξίας, που είναι ιδιαίτερα έντονο σε άτομα με σωματικά ή άλλα ελαττώματα. Το συναίσθημα μειονεξίας προκαλεί μία σειρά ασυνείδητων ενεργειών, που αποσκοπούν στην ανάπτυξη της προσωπικότητας με τέτοιο τρόπο, ώστε να καλυφθούν οι υπάρχουσες πραγματικές ή φανταστικές αδυναμίες. Η προσπάθεια αυτή ονομάζεται τάση για αναπλήρωση. Έτσι, κατά την Ατομική ψυχολογία, η ψυχική εξέλιξη του ατόμου ρυθμίζεται από τη διπλή αυτή ενέργεια, από τα συναισθήματα δηλαδή μειονεξίας και από την τάση για αναπλήρωση. Η όλη διαδικασία θα μπορούσε να θεωρηθεί ασυνείδητα αντίδραση του ατόμου στην ανησυχία του ότι ενδέχεται να υποστεί μείωση η προσωπική του αξία.

Το συναίσθημα μειονεξίας και η τάση για αναπλήρωση ρυθμίζουν την εκάστοτε συμπεριφορά του ατόμου. Το άτομο γνωρίζοντας ενδόμυχα τις αδυναμίες του, υιοθετεί ανάλογο τρόπο συμπεριφοράς, που αποβλέπει στην κάλυψη των μειονεκτημάτων και στην ικανοποίηση της τάσεως για επιβολή. Ο αγώνας αυτός για υπεροχή, «ο πόθος της εξουσίας» είναι τόσο πιο έντονος, όσο πιο πολύ αισθάνεται το άτομο κατώτερο. Με αυτό τον τρόπο θέλει το άτομο να φανεί ανώτερο στην ίδια του την αδυναμία.

Αιτίες που προκαλούν το αίσθημα αυτής της κατωτερότητας είναι: α) σωματικές ατέλειες, β) υπερβολική τρυφερότητα από τους άλλους και γ) αδιαφορία στην παιδική του ηλικία.

Το 1945 ο Άντλερ εισάγει την τυπολογία του (τύποι προσωπικότητας). Ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπίσει το άτομο μία κατάσταση κατωτερότητας και η επιτυχία ή η αποτυχία να βγει από την κατάσταση αυτή δημιουργεί και τον ιδιαίτερο τύπο κάθε ατόμου:

Κυριαρχικός τύπος: Εμφανίζει μεγάλο βαθμό δραστηριότητας για την επίτευξη του στόχου του, παρουσιάζει, όμως, έλλειψη του αισθήματος κοινωνικότητας, γεγονός που τον κάνει να φέρεται με έναν αντικοινωνικό τρόπο. Ισοδύναμο του χολερικού τύπου (του Ιπποκράτη).

Δεκτικός τύπος: Παρουσιάζει έλλειψη, της δραστηριότητας και του αισθήματος κοινωνικότητας, δηλαδή του πραγματικού ενδιαφέροντος για τους άλλους, ενώ αναμένει από τους άλλους να ενδιαφέρονται γι΄ αυτόν. Είναι αυτός που έχει χάσει την ανεξαρτησία του, δεν ξέρει πως μπορεί να κάνει ο ίδιος πράγματα για τον εαυτό του, και, όταν έρχεται αντιμέτωπος με κάποια δυσκολία, συνεχώς απαιτεί από τους άλλους. Ισοδύναμο του φλεγματικού τύπου (του Ιπποκράτη).

Αποφευκτικός τύπος: Είναι εκείνος που, αντί να αγωνίζεται για την επιτυχία και την ανωτερότητα, χαρακτηρίζεται από μια συμπεριφορά αναποφασιστικότητας. Η δραστηριότητα, η ενεργητικότητά του και το αίσθημα κοινωνικότητας είναι σε χαμηλό βαθμό. Ανέπτυξε αυτόν τον τύπο προσωπικότητας, ως αποτέλεσμα της ψυχρότητας που ένιωσε, κάποια στιγμή, να υπάρχει στην κοινωνία, στοιχείο που αναμένει πως θα υπάρχει πάντα. Γι΄ αυτό στόχος του είναι να αποδράσει και να διατηρήσει μια απόσταση ασφαλείας από τους άλλους ανθρώπους. Ισοδύναμο του μελαγχολικού τύπου (του Ιπποκράτη).

Κοινωνικά χρήσιμος τύπος: Χαρακτηρίζεται από δραστηριότητα και ενεργητικότητα, στοιχεία που βρίσκονται σε αρμονία με τις ανάγκες των άλλων και είναι θετικά – ευεργετικά γι΄ αυτούς. Ισοδύναμο του εύθυμου τύπου (του Ιπποκράτη).

Η ερμηνεία που δίνει η θεωρία για την ψυχοπαθολογία – Η νεύρωση οφείλεται στην υπεραντιστάθμιση που δημιουργείται, όταν το άτομο δεν μπορέσει να ελευθερώσει τον εαυτό του από το σύμπλεγμα κατωτερότητας. – Οι ψυχώσεις συνίστανται από την αλληλεπίδραση σωματικών και ψυχολογικών αιτιολογικών συντελεστών.

Η Αντλεριανή ψυχοθεραπεία

Ο Adler άρχισε να ασκεί την ψυχοθεραπεία την εποχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Βασικός θεραπευτικός στόχος είναι η θεραπεία της νεύρωσης, η οποία περιλαμβάνει τις ακόλουθες φάσεις: – Της αποκατάστασης της επικοινωνίας του θεραπευτή με το θεραπευόμενο (επαφή ανθρώπου με άνθρωπο) – Της διερεύνησης και κατανόησης του σχεδίου ζωής του ατόμου (οικογενειακός αστερισμός, σωματικές και πνευματικές μειονεξίες, κλπ.) – Της αποδυνάμωσης του αισθήματος κατωτερότητας – Της αντικατάστασης του παλιού με ένα νέο, περισσότερο προσαρμοστικό για το άτομο, σχέδιο ζωής.